Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Η εγγονή μου είναι πολύ μικρή, μόλις 10 μηνών, κι όμως όποτε μ’ επισκέπτεται, το σπίτι μου μεταμορφώνεται σε παράδεισο. Φωτίζεται, ζωντανεύει, αποκτά χρώματα κι ευωδιές, όπως η καρδιά μου. Για τη μετάλλαξη αυτή, ευθύνεται ολοκληρωτικά τούτο τ’ αγγελάκι που χαμογελά κι ανασταίνομαι. Που με κοιτά με μάτια πλήρους αθωότητας, κάνοντας με να ξεχειλίζω τρυφεράδα και ευδαιμονία. Που απλώνει τα μικρά της χεράκια προς το μέρος μου και πιάνω τον εαυτό μου να συγκινείται απ’ την τυφλή εμπιστοσύνη. Θα ‘θελα να γίνω το αλεξίσφαιρο γιλέκο, ο προστάτης άγγελος, ο ισόβιος σωματοφύλακας της… Να την προστατεύω κάθε φορά που το βήμα της στη ζωή θα γίνεται αβέβαιο, δισταχτικό, ασταθές, όπως είναι τώρα.

Την κοιτάζω και στη σκέψη μου έρχονται όλα τα παιδιά του κόσμου! Το ίδιο όμορφα, το ίδιο άδολα, το ίδιο απονήρευτα, το ίδιο άκακα. Τους προτείνεις το χέρι και το πιάνουν χωρίς άλλη σκέψη. Τους ανοίγεις την αγκαλιά σου και χώνονται μέσα χωρίς δισταγμό. Τους μιλάς και πιστεύουν την κάθε σου λέξη.

Γι’ αυτό άλλωστε και τα αγαπάμε όλοι. Γιατί μας γυρίζουν πίσω, στην ξέγνοιαστη παιδική μας ηλικία. Εκεί που ήμασταν ακόμα οι εαυτοί μας. Που δεν μας ενδιέφερε καθόλου η γνώμη των άλλων, ούτε το αύριο, ούτε τι ρούχα θα φορέσουμε ή τι θα φάμε. Εκεί που οι μικροκαβγάδες, οι παρεξηγήσεις, ακόμα κι οι αιματηρές συμπλοκές, ξεχνιόντουσαν σε χρόνο μηδέν, γιατί ήταν δευτερεύοντα. Πρωτεύοντα ήταν οι φίλοι και η χαρά του παιχνιδιού.

Πώς γίνεται λοιπόν -αναρωτιέμαι- αυτά τα αγνά, άκακα πλάσματα που όλοι αγαπάμε, να μεταμορφώνονται σε κάτι εγωκεντρικά, συμπλεγματικά τέρατα καθώς μεγαλώνουν; Η απάντηση βρίσκεται, δυστυχώς, στους γονείς που αναλαμβάνουν να τα «ξυπνήσουν» ή που τα χρησιμοποιούν σαν πιστοποιητικά των δικών τους ικανοτήτων. «Το δικό μου το παιδί…» κι ακολουθούν οι πρόωρες κι εκπληκτικές δεξιότητες του.

Το δικό μου το παιδί λοιπόν επέστρεψε κάποτε από τον παιδικό σταθμό σκεπτικό κι απορημένο, όταν στην ερώτηση της βρεφονηπιαγωγού «τι μάρκα αυτοκίνητο έχετε;» είχε απαντήσει «μπλε». Δεν θ’ ασχοληθώ με την αχαρακτήριστη ερώτηση της επιφορτισμένης με τη φροντίδα των παιδιών άσχετης, αλλά με την σκηνή που μου μετέφερε η μικρή. «Γέλαγαν τα παιδιά μαμά, γιατί γέλαγαν; Μπλε αυτοκίνητο δεν έχουμε;» Όπως όλοι οι γονείς βρέθηκα κι εγώ σε δίλημμα τότε. Τι έπρεπε ν’ απαντήσω, ώστε το παιδί να μην αισθανθεί μειονεκτικά, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να υπεισέλθω στο παιχνίδι μιας πρώιμης και ανούσιας πληροφόρησης. «Μπλε είναι αγάπη μου, σωστά απάντησες, μάλλον όμως εκείνα δεν ενδιαφέρονται τόσο για τα χρώματα όσο εμείς» Η καρδιά μου όμως είχε πονέσει. Όχι για το δικό μου μόνο παιδί, αλλά και για τα υπόλοιπα, τα τρίχρονα και τετράχρονα που τα έβαζαν να ανταγωνίζονται για τις μάρκες.

Τα παιδιά, από μόνα τους, δεν ξέρουν να επιδεικνύονται αν δεν το κάνουμε εμείς. Δεν ξέρουν τι πάει να πει συμφέρον, ανταγωνισμός, εγωισμός, ψέμα… Εμείς, τα εισάγουμε στον άσχημο κόσμο που φτιάξαμε, δήθεν για να τα «προστατεύσουμε». Και τα γεμίζουμε εγωισμούς, φόβους, καχυποψίες. Τα μαθαίνουμε να πνίγουν σκέψεις, επιθυμίες, όνειρα, χάριν ενός προσδοκώμενου κέρδους ή μιας επικερδούς καριέρας. Τα προπονούμε για έναν κόσμο σκληρό, σκοτεινό, δύσκολο, γεμάτο εχθρούς και ανταγωνιστές, Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Επιμένουμε στα αρνητικά και στα δυσάρεστα. Και δεν ισχυρίζομαι πως δεν υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχουν μόνο αυτά! Σταδιακά, ωστόσο, καταφέρνουμε να τ’ αποκλείσουμε απ’ οτιδήποτε είναι πραγματική ζωή, όπως ακριβώς κάποιοι φρόντισαν να αποκλείσουν κι εμάς προηγουμένως.

«Η απώλεια της παιδικότητας είναι αποτέλεσμα της ενηλικίωσης», ισχυρίζονται μερικοί. Μα η ενηλικίωση δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο ηλικιακό όριο. Είναι μια μακρά και σταδιακή διαδικασία ωρίμανσης, που περιλαμβάνει την ανάληψη ευθυνών, τη διαμόρφωση ηθικών, ιδεολογικών και κοινωνικών αξιών, την επιλογή ζωής που επιθυμούμε. Την αναζήτηση του ρόλου, της ταυτότητας και της θέσης μας στον κόσμο. Τίποτα από την παραπάνω εξέλιξη δεν έχει να κάνει με τον ενταφιασμό της αθωότητας. Μόνο το κυνήγι της «επιτυχίας», το συμφέρον, το άνομο κέρδος, το μίσος, μας αποξενώνουν από το παιδί που κρύβεται μέσα μας και που δεν του επιτρέπουμε να εκφραστεί. Φιμώνοντας το όμως, κινδυνεύουμε να στεγνώσουμε πρόωρα, να μαραθούμε, να γεράσουμε. Ενώ το παιδί μέσα μας παραμένει θαλερό, περιμένοντας την ευκαιρία να εξωτερικευτεί. Να κάνει τη σκανταλιά του, να λυθεί στα γέλια, να ουρλιάξει από χαρά, να κλάψει, να εκδηλωθεί!

Αν, λοιπόν, θέλουμε να είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι, πρέπει να φέρουμε στην επιφάνεια το άτακτο, αυθόρμητο, χαρούμενο, ανεξάρτητο, τολμηρό, δημιουργικό παιδί που υπνώνει μέσα μας. Πρέπει να επιστρέψουμε πίσω, στον εκπληκτικό κόσμο των παιδιών που ξέρουν να ζουν το τώρα, τη στιγμή, τη ζωή όπως έρχεται. Που ξέρουν να χαμογελούν μέχρι τ’ αφτιά.

Έρευνες έχουν δείξει πως τα παιδιά χαμογελούν 400 φορές την ημέρα, ενώ ένας ενήλικας μόλις 15. Κάπου χάσαμε 375 χαμόγελα. Κάπου χάσαμε το νόημα της ζωής, την ουσία της ύπαρξής μας.

Και ναι, ο κόσμος μπορεί να μην είναι μαγικός, αλλά κάθε παιδί ξέρει να δημιουργεί μαγεία. Αν, ωστόσο, προσπαθήσετε και δεν καταφέρετε ν’ αφυπνίσετε το παιδί μέσα σας, δεν πειράζει. Επειδή σίγουρα, ως αντίβαρο, μπορείτε να προστατεύσετε τα παιδιά που υπάρχουν γύρω σας. Αφού, προστατεύοντας την αθωότητα, προστατεύουμε την ομορφιά και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, σ’ έναν κόσμο με περισσότερο φως.

Και μην ξεχνάμε πως η Βασιλεία των Ουρανών στα μικρά παιδιά, και σε όσους νηπιάζουν, ανήκει.

Για την ομάδα του Authoring Melodies

Νούλη Τσαγκαράκη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά