Η νέα μελέτη, που διεξήχθη από το Κέντρο Charles Perkins (CPC) του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ, βασίστηκε σε μια εθνική έρευνα διατροφής και φυσικής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκε από το Αυστραλιανό Γραφείο Στατιστικής (ABS).

Οι ερευνητές βασίστηκαν στην Protein Leverage Hypothesis, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 2005 από τους καθηγητές Raubenheimer και Stephen Simpson και υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι καταναλώνουν υπερβολικά λίπη και υδατάνθρακες λόγω της έντονης επιθυμίας του σώματος για πρωτεΐνη, την οποία προτιμά έναντι των άλλων στοιχείων. Πολλές από τις σύγχρονες δίαιτες αποτελούνται από εξαιρετικά επεξεργασμένα τρόφιμα, τα οποία έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να καταναλώνουν τροφές με περισσότερες θερμίδες μέχρι να ικανοποιήσουν την ανάγκη για πρωτεΐνες.

Τα επεξεργασμένα τρόφιμα στερούνται πρωτεϊνών και προκαλούν λιγούρες

«Καθώς οι άνθρωποι καταναλώνουν περισσότερα πρόχειρα φαγητά ή υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα, λαμβάνουν λιγότερες πρωτεΐνες και αυξάνουν τον κίνδυνο να γίνουν υπέρβαροι και παχύσαρκοι, κάτι που ξέρουμε ότι αυξάνει τον κίνδυνο χρόνιων παθήσεων», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας Δρ. Amanda Grech, μεταδιδακτορική Ερευνήτρια στο Κέντρο Charles Perkins και στη Σχολή Επιστημών Ζωής και Περιβάλλοντος του πανεπιστημίου.

«Είναι όλο και πιο ξεκάθαρο ότι το σώμα μας τρώει για να ικανοποιήσει έναν πρωτεϊνικό στόχο», πρόσθεσε ο καθηγητής Ντέιβιντ Ράουμπενχάιμερ, ειδικός στη Διατροφική Οικολογία. «Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα τρόφιμα στις δυτικές δίαιτες περιέχουν όλο και λιγότερες πρωτεΐνες. Επομένως, πρέπει να καταναλώνετε περισσότερη πρωτεΐνη για να φτάσετε το στόχο σας, ο οποίος αυξάνει αποτελεσματικά την ημερήσια ενεργειακή σας πρόσληψη. Οι άνθρωποι, όπως και πολλά άλλα είδη, έχουν μεγαλύτερη όρεξη για πρωτεΐνες από ό,τι για λίπη και υδατάνθρακες. Αυτό σημαίνει ότι εάν η πρωτεΐνη στη διατροφή μας αραιωθεί με λίπη και υδατάνθρακες, θα τρώμε περισσότερο για να λάβουμε την πρωτεΐνη που θέλει το σώμα μας».

Οι πρωτεΐνες είναι τα δομικά στοιχεία της ζωής: περιέχονται σε κάθε κύτταρο του σώματος και χρησιμοποιούνται για την αναδόμηση και τη δημιουργία νέων κυττάρων. Οι διατροφικές πηγές πρωτεΐνης περιλαμβάνουν τα κρέατα, το γάλα, τα ψάρια, τα αυγά, τη σόγια, τα όσπρια και ορισμένα δημητριακά όπως το φύτρο σιταριού και την κινόα.

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ ανέλυσαν δεδομένα από μια έρευνα για τη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα στην οποία συμμετείχαν 9.341 ενήλικες, μέσης ηλικίας 46,3 ετών που διεξήχθη από τον Μάιο του 2011 έως τον Ιούνιο του 2012. Διαπίστωσαν ότι η μέση ενεργειακή πρόσληψη του πληθυσμού ήταν 8.671 kilojoules (kJ – μονάδα ενέργειας), με το μέσο ποσοστό ενέργειας από πρωτεΐνες να είναι μόλις 18,4%, σε σύγκριση με 43,5% από υδατάνθρακες, 30,9% από λίπος, μόλις 2,2% από φυτικές ίνες και 4,3% από αλκοόλ.

Μετά την προσαρμογή παραμέτρων, διαπίστωσαν ότι εκείνοι που κατανάλωναν λιγότερες πρωτεΐνες στο πρώτο γεύμα της ημέρας, συνέχισαν να αυξάνουν τη συνολική πρόσληψη τροφής στα επόμενα γεύματα, ενώ εκείνοι που έλαβαν τη συνιστώμενη ποσότητα πρωτεΐνης, μείωσαν την πρόσληψη τροφής κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η πείνα για πρωτεΐνες οδηγεί στην υπερκατανάλωση τροφής

Βρήκαν επίσης μια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων μέχρι το τρίτο γεύμα της ημέρας: Η υψηλότερη αναλογία ενέργειας από πρωτεΐνες στην αρχή της ημέρας, είχε ως αποτέλεσμα πολύ χαμηλότερη συνολική ενεργειακή πρόσληψη όλη την ημέρα. Όσοι κατανάλωναν τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες στην αρχή της ημέρας, αύξησαν την κατανάλωση τροφής για να αντισταθμίσουν τη συνολική πρόσληψη ενέργειας. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι το πρώτο γεύμα ήταν το μικρότερο και για τις δύο ομάδες, με τη μικρότερη ποσότητα ενέργειας και τροφής που καταναλώθηκε, ενώ το τελευταίο γεύμα ήταν το μεγαλύτερο.

Οι συμμετέχοντες με χαμηλότερη αναλογία πρωτεΐνης από τη συνιστώμενη στο πρώτο γεύμα, κατανάλωναν τρόφιμα με περισσότερες θερμίδες, πλούσια σε κορεσμένα λίπη, σάκχαρα, αλάτι ή αλκοόλ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και λιγότερες από τις πέντε συνιστώμενες ομάδες τροφίμων (σιτηρά, λαχανικά & όσπρια, φρούτα, γαλακτοκομικά και κρέας). Ακολουθούσαν δηλαδή μια φτωχότερη σε θρεπτική αξία διατροφή, με το ποσοστό πρωτεϊνικής ενέργειας να μειώνεται, μια επίδραση που οι επιστήμονες αποκαλούν «αραίωση πρωτεΐνης».

Η μελέτη είναι σημαντική επειδή επιβεβαιώνει ότι οι άνθρωποι αναζητούν κατά βάση πρωτεΐνη στη διατροφή και όσο τα ποσοστά πρωτεΐνης αυξάνονται, τρώνε λιγότερα λίπη και υδατάνθρακες.

Αν και πολλοί είναι οι παράγοντες που εμπλέκονται στην αύξηση του βάρους και την παχυσαρκία, οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ υποστηρίζουν ότι η έντονη επιθυμία του σώματος για πρωτεΐνη και η έλλειψή της στα υπερβολικά επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν βασική αιτία υπερκατανάλωσης και παχυσαρκίας στον δυτικό κόσμο.

Η εξήγηση για την παχυσαρκία

Σύμφωνα με τον καθηγητή Raubenheimer, «η έρευνα υποστηρίζει τον κεντρικό ρόλο της πρωτεΐνης στην επιδημία της παχυσαρκίας, με σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια υγεία».

Προσπαθώντας να κατανοήσει τον ρόλο της πρωτεΐνης στην ανθρώπινη διατροφή, ο καθηγητής Raubenheimer μελέτησε τη διατροφή των ανθρώπων σε μερικά από τα πιο απομακρυσμένα μέρη, από το Κονγκό έως τα Ιμαλάια. «Ο μηχανισμός πρωτεΐνης στην όρεξη είναι μια επαναστατική οπτική», είπε. «Η παχυσαρκία, ο διαβήτης, οι καρδιαγγειακές παθήσεις —όλα αυτά οφείλονται στη διατροφή και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτά που μαθαίνουμε για να τα θέσουμε υπό έλεγχο».

Η μελέτη της ομάδας CPC επιλέχθηκε από τους εκδότες του Obesity ως μία από τις πέντε κορυφαίες δημοσιεύσεις της χρονιάς, ενώ ο επικεφαλής της, καθηγητής Raubenheimer, προσεκλήθη ως ομιλητής στο ετήσιο Συμπόσιο Obesity Journal στο Σαν Ντιέγκο στις 4 Νοεμβρίου.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Obesity.

https://www.onmed.gr/ygeia