Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

2022 Έτος Μνήμης Μικρασιατικού Ελληνισμού «Ένα Ταξίδι Στην Αντίπερα Όχθη, Στα Χωριά Της Προύσας».- Κοτζαερίδη Γεώργιος

 

Aπο τον  Γεώργιο  Κοτζαερίδη

Στο Γιαϊλατζήκι.

 Το Γιαϊλατζήκι αριθμεί σήμερα 1000 κατοίκους. Μπαίνοντας στο χωριό, μαζί με το Μουσταφά, κρατούσα στο χέρι μου τον καφέ που είχε σαν αποδέκτη το φίλο του κυρ Χρήστου, το Μουχτάρη Χουσεΐν. Πήγαμε στο καφενείο, κοντά στην πλατεία του χωριού, απέναντι από το τεράστιο σε όγκο τζαμί. Γεμάτο το καφενείο από θαμώνες, καπνούς και αποτσίγαρα.

Καθίσαμε έξω, άλλωστε υπήρχε ένας μεγάλος και όμορφα διαμορφωμένος χώρος, και παραγγείλαμε το τσάι μας.  Δεν άργησαν να έρχονται στο τραπέζι μας αρκετοί χωριανοί, κυρίως μεγάλης ηλικίας.

Ο Μουσταφά, πάντα στο πλάι μου ως φύλακας άγγελός μου, έκανε τις απαραίτητες συστάσεις. Μόλις μάθαιναν ότι είμαι Έλληνας, ζητούσαν πληροφορίες για τα χωριά των γονιών τους που βρίσκονταν στην Ελλάδα και κυρίως στη Μακεδονία.

Η συνεννόηση μαζί τους ήταν πολύ δύσκολη, διότι τα αγγλικά του Μουσταφά ήταν πολύ λίγα και οι δικές μου γνώσεις της τούρκικης γλώσσας πολύ περιορισμένες.

Πλησίασε ένας σεβάσμιος παππούς, με ένα μπαστουνάκι στο χέρι και μεγάλο κάτασπρο γένι, που φανέρωνε ότι ήταν χατζής.  Με χαιρέτησε ευγενικά και χωρίς να τον ρωτήσω, με ένα περήφανο βλέμμα, μου είπε……

«Εγώ είμαι Σελανικλής και το σπίτι μας ήταν κοντά στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ. Είμαι ο μοναδικός που κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη, ενώ οι άλλοι κατάγονται από τα χωριά της Δράμας και του Λαγκαδά. Τι κάνει η πατρίδα μου η Θεσσαλονίκη;

Τι όμορφη πόλις! Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλη σαν και αυτή… Πολλές φορές μαζί με τους φίλους μου ανεβαίναμε και παίζαμε στα κάστρα, στο Γεντί Κουλέ ή κατεβαίναμε στη θάλασσα, κοντά στο Μπεγιάζ Κουλέ.

Πρόβλημα κανένα δεν είχαμε με τους Έλληνες, τι έφταιξε τελικά και μαλώσαμε; Τα σκατά τα έκαναν οι Αμερικάνοι και τα φάγαμε εμείς που ήμασταν σαν αδέλφια. Αυτοί μας έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας».

Εκείνη την ώρα ήρθε ο μουχτάρης ο Χουσεΐν, ο φίλος του κυρ Χρήστου. Έμαθε ότι τον έψαχνε ένας Γουνάνης και ήρθε τρεχάτος.

Του εξήγησα ποιος είμαι και του έδωσα τον καφέ που έστειλε ο φίλος του.

 Χάρηκε πολύ που τον θυμήθηκε και μάλιστα του έστειλε καφέ. Όχι τόσο για το πεσκέσι, διότι οι Τούρκοι δε συνηθίζουν να πίνουν καφέ, όσο για τη χειρονομία.   Προθυμοποιήθηκε να μου δείξει το χωριό και έτσι χαιρετήσαμε τον παππού και τους άλλους θαμώνες του καφενείου.

 Στο Γιαϊλατζήκι απέμειναν αρκετά πλινθόκτιστα ελληνικά σπίτια για να θυμίζουν τις παλιές εποχές. Δυστυχώς δεν υπάρχει κανένα άλλο μνημείο. Όλα έχουν καταστραφεί.

       «Σε μερικά από αυτά τα σπίτια κατοικούν ακόμη κάποιοι ηλικιωμένοι. Τα νέα τα παιδιά κτίζουν καινούργια σπίτια ή φεύγουν στην Προύσα, όπου και υπάρχουν περισσότερες δουλειές», ανέφερε ο Χουσεΐν και συνέχισε.

       «Εμείς εδώ ασχολούμαστε με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα χρήματα είναι όμως πολύ λίγα και δύσκολα τα βγάζουμε πέρα».

      Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και για να πω την αλήθεια, η κούραση ήταν μεγάλη. Το ίδιο θα ένιωθε και ο δύστυχος ο Μουσταφά που ταλαιπωρήθηκε όλη τη μέρα μαζί μου και μου έκανε νόημα να φύγουμε.

Έτσι επιστρέψαμε στα Κουβούκλια. Στο σπίτι, η Σαχανιέ χανούμ, κάπως ανήσυχη γιατί αργήσαμε, μας περίμενε για φαγητό. Καλή μαγείρισσα, καλή νοικοκυρά και πρωτίστως πολύ καλός άνθρωπος η Σαχανιέ.

Από τις πρώτες ώρες της εγκατάστασής μου στο σπίτι τους, μου φέρθηκε σαν να με γνώριζε πολλά χρόνια, σαν να ήμουν συγγενής της.

Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ότι στο σπίτι δεν κατανάλωναν καθόλου αλκοόλ και αντί αυτού έπιναν τις περισσότερες φορές αϊράνι.  «Είναι αμαρτία στο σπίτι να πίνουμε αλκοόλ. Το απαγορεύει η θρησκεία μας»,  είπε η Σαχανιέ, «στην ταβέρνα ας πιει ο Μουσταφά ό, τι θέλει».

Αφού φάγαμε, αποφασίσαμε με το Μουσταφά να πάμε για λίγο στο καφενείο. Στην τηλεόραση θα έδειχνε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι με τη Γαλατά Σεράι – ομάδα αρεσκείας του Μουσταφά – εναντίον της Φενέρ Μπαξέ. Πρόκειται για τις δυο καλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες της Τουρκίας.

Γεμάτο το καφενείο και όλες οι καρέκλες πιασμένες. Όταν όμως έρχεται ο μουσαφίρης, που για τους Τούρκους θεωρείται ιερό πρόσωπο, τα πάντα διορθώνονται. Έτσι βρέθηκε καρέκλα και μάλιστα μπροστά. Για να βλέπω καλύτερα το παιχνίδι.

Μεγάλη ένταση στο καφενείο και τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν. Δίπλα μου καθόταν ο Χασάν ο Φενερλής, φανατικός οπαδός της Φενέρ Μπαξέ, τον οποίο είχαν τρελάνει στα πειράγματα.

Όταν τελείωσε το παιχνίδι με σκορ 3-2 υπέρ της Φενέρ Μπαξέ, τους είπε ένα «…άι σιχτίρ», έκανε και την απαραίτητη  χειρονομία και έφυγε.  Αμέσως μετά, το καφενείο επανήλθε στη γνωστή και καθιερωμένη τάξη, οι μεν έπαιζαν το ντόμινο και οι άλλοι ξερή ή εξήντα έξι.

Στο τραπέζι μας προστέθηκε και ένας ασπρομάλλης χοντρούλης κύριος, γείτονας του Μουσταφά, τον οποίο διαπίστωσα πως σέβονταν και αγαπούσαν οι φίλοι της παρέας. Σεφέρ τον έλεγαν και ήταν μεγάλο πειραχτήρι.

«Άντε Γιώργο Εφέντη, έλα να παίξουμε εξήντα έξι. Να ξέρεις όμως ότι εγώ είμαι ο πρωταθλητής  στα Κουβούκλια», με είπε περιπαικτικά. 

«Να δούμε αν και εσείς οι Γιουνάνηδες σκαμπάζετε από χαρτιά».

 Ντέρμπυ το παιχνίδι… συγκεντρωμένοι γύρω οι φίλοι έκαναν φανταστική ατμόσφαιρα. Εκεί ξαναθυμήθηκα όλες τις τούρκικες βρισιές που άκουγα από το θείο Παναγιώτη από το Ταχταλή. Πεζεβέγκη… σερσερή… μπουνταλά… χαϊρσήζ… τεκνεφέζ… σαμάν γκαφαλή και πολλούς άλλους ευγενικούς χαρακτηρισμούς.

Δεν μπορώ όμως να παραπονεθώ. Είχα και εγώ τους οπαδούς μου και στο τέλος πανηγυρίσαμε μια θριαμβευτική νίκη. Ο Σεφέρ μουρμούριζε για την υπερβολική μου τύχη. Εγώ του απαντούσα, ότι το εξήντα έξι γεννήθηκε στην Ελλάδα και ότι ένας Τούρκος δεν μπορεί να νικήσει έναν Έλληνα σ’ αυτό. Στο τέλος, υποχρεώθηκε να πληρώσει το τσάι όλης της παρέας.

Όταν φύγαμε από το καφενείο ήταν πλέον αργά. Ωστόσο στο δρόμο υπήρχε μια ελάχιστη κίνηση. Όσους και αν συναντήσαμε, με χαιρετούσαν εγκάρδια και με προσκαλούσαν για κέρασμα τις επόμενες μέρες.

Που πήγαν οι φόβοι και οι λαχτάρες που αισθανόμουν όταν μπήκα στην Τουρκία;

Πόσο όμορφο είναι το συναίσθημα που νιώθεις, όταν ένα ολόκληρο χωριό σε αγκαλιάζει σαν να είσαι ένας παλιός καλός τους γνώριμος και δείχνει να σε σέβεται και να σε αγαπά!», άρχισα να συλλογιέμαι.

Μέσα μου κατέρρευσε το «αντιτουρκικό» μένος το οποίο κουβαλά κάθε Έλληνας από τη στιγμή που πάει στο σχολείο. Οπωσδήποτε πολλά είναι τα δεινά που τράβηξε η Ελληνική φυλή εξαιτίας της εισβολής των Τούρκων στη Μικρά Ασία και είναι δικαιολογημένη αυτή η αντιπάθεια.

Ας αναλογισθούμε όμως και εμείς τα τεράστια σφάλματά μας που μας οδήγησαν στην οδυνηρή θέση στην οποία περιήλθαμε σήμερα.  Και αυτές οι πρώτες σκέψεις, οδήγησαν σε άλλους συλλογισμούς, βαθύτερους:

 «Ο γνωστός ανά τον κόσμο ισχυρός Έλληνας, που δε δείλιαζε μπροστά σε κανέναν κίνδυνο… εξαπατήθηκε από τους μεγαλύτερους ίσως εχθρούς του, αυτούς που παρουσιάζονταν ως οι εκάστοτε «σωτήρες» του.

Αυτό διαπιστώνει εύκολα κανείς κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν μας.  Πρώτος σταθμός η Βυζαντινή αυτοκρατορία, που θα μπορούσε ακόμη για πολλούς αιώνες να δίνει τα φώτα της στην Οικουμένη, αλλά είχε προ πολλού σταματήσει να βγάζει αυτοκράτορες όπως ο Τσιμισκής, ο Κωνσταντίνος, ο Ιουστινιανός, ο Θεοδόσιος που τη δόξασαν.

Οι περισσότεροι από τους μεταγενέστερους επιδίδονταν μόνο σε σπατάλες, σε εξοντώσεις των αντιπάλων τους και αγώνες εξουσίας. Ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευσή της. 

Και έπειτα, στη νεώτερη ιστορία μας, που μας πονά περισσότερο, οι έριδες και η ανικανότητα των πολιτικών μας οδήγησαν στη μέγγενη των Τούρκων με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα.

Διότι εμείς οι Νεοέλληνες δε διδαχθήκαμε δυστυχώς τίποτα από τα σφάλματα του παρελθόντος και δεν κάναμε ούτε ένα βήμα προόδου. Αντίθετα, βάλαμε ολοταχώς όπισθεν και ολισθήσαμε στο κενό. Οι Αρχαίοι μας πρόγονοι, οι οποίοι μας έκαναν περήφανους και γνωστούς σε όλη την οικουμένη, χάθηκαν στη λήθη του παρελθόντος.

Οι ήρωες που πολέμησαν για την Ελλάδα έχουν γίνει ντεμοντέ και κανείς δεν αναφέρεται σε αυτούς.

Καταργήθηκαν τα Αρχαία Ελληνικά που διδάσκονται σε ξένα Πανεπιστήμια. Η ανύπαρκτη εθνική πολιτική έδωσε το δικαίωμα στους τσιπλάκηδες γείτονές μας να διεκδικούν παράλογα πράγματα.

Καταρρεύσαμε οικονομικά από τις απάτες των επιτήδειων, οι οποίοι υφαρπάζουν ασύστολα και δεν τιμωρούνται. Και εμείς… που δώσαμε το φως του πολιτισμού… καταντήσαμε να γίνουμε ο περίγελος όλου του κόσμου.

Το λαμπρό και ένδοξο παρελθόν εμβολίστηκε από το ζοφερό παρόν μας. Κι όμως, πρέπει να χαράξουμε βαθιά μέσα μας την ιδέα πως δεν ευθύνονται οι Τούρκοι, οι Σκοπιανοί, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι για τα δεινά μας.

Αυτοί κινούνται με γνώμονα το συμφέρον της χώρας τους, απέναντι σε ένα έθνος που δεν δύναται να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του. Και οδυνηρότερο όλων φαντάζει το γεγονός πως αυτοί οι λαοί σταδιακά θα μας υποσκελίσουν και θα καταντήσουμε υποταχτικοί τους».

«Γιώργο, πρέπει να κάνεις κανένα τηλέφωνο στην Ελλάδα, οι δικοί σου θα ανησυχούν», η φωνή του Μουσταφά με έβγαλε από τη δίνη των συλλογισμών μου.  Πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο, την κυρά Γραμμάτα, και της περιέγραψα πόσο όμορφα κυλούσαν οι μέρες στο χωριό των γονιών της.

Αυτή με στόλισε, όπως συνήθιζε, με διάφορα κοσμητικά επίθετα γιατί δεν της τηλεφώνησα νωρίτερα. Έπειτα μου τόνισε με αυστηρότητα, «να προσέχεις, ο λύκος και ο Τούρκος δεν αλλάζουν εύκολα χούγια».

Καληνύχτισα το Μουσταφά και το Σεφέρ, και αποφασίσαμε την επόμενη μέρα να πάμε στο Ντάνσαρι ή Ιρφάνιε ή Άγιοι Θεόδωροι, ένα χωριό πολύ κοντά στα Κουβούκλια, στο δρόμο για το Αγίασμα του Αγίου Βαραδάτου.

Πρωί- πρωί μαζί με το Μουσταφά, πήγαμε στο σπίτι του Σεφέρ για να τον πάρουμε μαζί μας. Μας υποδέχθηκε η Γκιούλ χανούμ που στα ελληνικά σημαίνει Τριανταφυλλιά, και μέχρι να σηκωθεί ο Σεφέρ μας πρόσφερε τσάι.

Πολύ γλυκιά γυναίκα και χαμηλών τόνων η Τριανταφυλλιά. Στα νιάτα της πρέπει να ήταν πολύ όμορφη. Μια ομορφιά η οποία αδικείται μέσα στα περίπλοκα σαλβάρια και τσεμπέρια που φορούσε.

Σχετικά γρήγορα ήρθε και ο Σεφέρ και ξεκινήσαμε. Διασχίσαμε τον κεντρικό δρόμο των Κουβουκλίων, περάσαμε το Αγίασμα του Αγίου Βαραδάτου και φθάσαμε στο Ντάνσαρι που βρισκόταν πίσω από το λόφο Λαγαρούδες.

Περιοχή συνημμένων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά