Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

  Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ   ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ στην ΕΥΡΩΠΗ ξεκίνησε πριν 8.000 χρόνια από την ΕΛΛΑΔΑ

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ «ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ» ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΝΕΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΟΤΕΡΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΠΕΙΡΟ

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΙΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑΣ ΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ «ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ» ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΩΝ ΚΟΣΜΟΝΑΥΤΩΝ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΤΗΝ «ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ» ΠΕΡΙΟΔΟ

 

ΜΕΡΟΣ Ι

 

Του Απόστολου Τσακρίδηtsakridis84@yahoo.gr

Το κεντρικό θέμα της έκθεσης του Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης-Ιδρύματος Ν.Π. Γουλανδρή («Το ξεχασμένο παρελθόν της Ευρώπης. Η κοιλάδα του Δούναβη, το 5000-3500 π.Χ. και οι σχέσεις της Ελλάδας με τα Βαλκάνια στη Νεολιθική εποχή»), που πραγματοποιήθηκε το 2010 στην Αθήνα, αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση του τόμου με τίτλο «Η Ελλάδα στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο των Βαλκανίων κατά την 5η και 4η χιλιετία π.Χ.». Την επιμέλεια της έκδοσης ανέλαβε ο Νίκος Παπαδημητρίου ως επιμελητής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης σε συνεργασία με την Ζωή Τσιρτσώνη.

Το κύριο θέμα της παρουσίασης αφορά τους Νεολιθικούς πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στη ΝΑ Ευρώπη και την Ελλάδα κατά την 5η και 4η χιλιετία προ «κοινής» χρονολογήσεως (π.κ.χ.). Παράλληλα, μέσα από χαρακτηριστικά ευρήματα των Ελληνικών θέσεων, εξετάζονται οι σχέσεις του Ελλαδικού χώρου με τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων (Χερσόνησος του Αίμου).

Υπό αυτό το πρίσμα, αναδύεται ένα ξεχωριστό θέμα (ή πεδίο έρευνας), σχετικά με το χρονικό διάστημα που άρχισε να εμφανίζεται η «νεολιθική» μεταλλουργία (ως νέα τεχνολογία), στην Ελλάδα και την ΝΑ Ευρώπη.

Σκοπός της παρούσας δημοσίευσης είναι, η συνοπτική παρουσίαση του αρχαιολογικού έργου που αναλύεται στη σχετική έκθεση. Στο κρίσιμο μεταβατικό διάστημα μεταξύ της 6ης και της 5ης χιλιετίας όπως θα δούμε, εισχωρεί μια νέα τεχνολογία, που φαίνεται να αλλάζει δραματικά τον χαρακτήρα του «Νεολιθικού» προσδιορισμού.

Με τη συγκέντρωση πλήθους δεδομένων γίνεται ολοένα και πιο σαφές πως η μετάβαση από την Εποχή του Λίθου στην «Εποχή των Μετάλλων» δεν πραγματοποιήθηκε αιφνίδια με την εφεύρεση της μεταλλουργίας, αλλά σταδιακά.

Κατά τη γνώμη του ομότιμου καθηγητού Γεωλογίας, Ηλία Δ. Μαριολάκου και με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι τώρα από τα αποτελέσματα των ραδιοχρονολογήσεων, η Χαλκολιθική Εποχή πρέπει να ξεκινάει οπωσδήποτε κατά το τελευταίο τέταρτο της 6ης χιλιετίας π.κ.χ., αν όχι πιο πριν, που είναι μεν σίγουρο, αλλά οπωσδήποτε χρειάζεται επιπρόσθετη επιστημονική τεκμηρίωση, κάτι που δεν έχει γίνει ακόμη (Ηλ. Δ. Μαριολάκος 2018, σελ. 254-255).

  • Η αρχαιολογική έρευνα άρχισε να εστιάζει στις «ενδογενείς» εξελίξεις

Για πολλές δεκαετίες, η αναζήτηση επαφών και επιρροών στη Νεολιθική Ελλάδα στρεφόταν κυρίως προς την Ανατολή. Η παλαιωμένη αντίληψη της μονομερούς αυτής προσέγγισης (επιρροές από Ανατολή προς Δύση), καθώς και ο ελλιπής χαρακτήρας των προϊστορικών ερευνών στη Β. Ελλάδα και το Αιγαίο πριν από την δεκαετία του 1970, στέρησαν στην έρευνα τη δυνατότητα εξέτασης και διερεύνησης των διάφορων εκφάνσεων του Νεολιθικού πολιτισμού, ως στοιχείων ενδογενών εξελίξεων που θα επέτρεπαν τη βαθύτερη κατανόηση των ιστορικών φαινομένων.

Σε αυτό, συνέβαλε και το γεγονός της εντατικοποίησης των ανασκαφών στον Βορειοελλαδικό χώρο αλλά και στο Αιγαίο, καθώς και η αποκάλυψη νέων στοιχείων για την προϊστορία του τόπου και για τις σχέσεις του με όμορες περιοχές Έτσι, φτάσαμε στο σημείο όπου η αρχαιολογική σκέψη άρχισε να απομακρύνεται από τις θεωρίες της πολιτισμικής «διάχυσης» και να εστιάζει στις ενδογενείς εξελίξεις (Η προσέγγιση αυτή στην προϊστορική αρχαιολογία του Αιγαίου εκφράστηκε καταρχήν από τον C. Renfrew, Renfrew 1972).

 

Οι χρονολογικές υποδιαιρέσεις της Νεολιθικής Εποχής

Στον Ελλαδικό χώρο, η έναρξή της Νεολιθικής Εποχής τοποθετείται στις αρχές της 7ης χιλιετίας και το τέλος της γύρω στο 3200 π.κ.χ. Η μακρότατη αυτή περίοδος, με βάση τη κατοίκηση στον Ελλαδικό χώρο, διαιρείται παραδοσιακά στις εξής συμβατικές υποπεριόδους:

 

 Ακεραμική Νεολιθική, 7000-6500 π.κ.χ.

 Αρχαιότερη Νεολιθική, 6500-5800 π.κ.χ.

– Μέση Νεολιθική ΜΝ, 5800-5400/5300 π.κ.χ.

Ανάπτυξη του πολιτισμού του «Θεσσαλικού Σέσκλου»

 Νεότερη Νεολιθική ΝΝ, 5400/5300-4500 π.κ.χ.

Εμφάνιση νέων στοιχείων που διασπούν τον πολιτισμό του Σέσκλου και προσδιορίζουν τον Ελλαδικό χώρο σε δύο χρονολογικές περιόδους της Νεότερης Νεολιθικής:

 

  ΝΝ Ι, 5400/5300-4800 π.κ.χ.

Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, (όπως θα δούμε και παρακάτω), εμφανίζονται πρώιμες ενδείξεις μεταλλουργικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Ντικιλί Τας (Καβάλας), Προμαχώνας/Topolnica (Σερρών) και Σιταγροί (Δράμας) φάση ΙΙ (Séfériadès 1983, 647 κ.εξ. Ι. Ασλάνης 2010, σελ. 44).

Μια νέα τεχνολογική εποχή, φαίνεται να ξεκινάει ήδη από το τέλη του β΄ ημίσεως της 6ης χιλιετίας στον Ελλαδικό χώρο

(Στην Αίγυπτο έχει βρεθεί χαλκός μέσα σε τάφους που χρονολογούνται από το 4000 π.Χ., ενώ στην κοιλάδα του Νείλου έχει διαπιστωθεί ότι έκαναν τήξη μεταλλεύματος ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ. και επιπλέον γινόταν εμπόριο διαφόρων ορυκτών του χαλκού, όπως του μαλαχίτη, καθώς και πολλών άλλων πολύτιμων μετάλλων και λίθων, όπως χρυσού, σμαραγδιού, αζουρίτη κ.ά.).

 

  ΝΝ ΙΙ, 4.800-4.500 π.κ.χ.

Περίοδος που αντιστοιχεί – σύμφωνα με την κεραμική, στη φάση του «Κλασσικού Διμινυού»

Στο διάστημα που καλύπτει η ΝΝ II καθιερώνονται τα νέα στοιχεία, που εμφανίστηκαν «δειλά» στην προηγούμενη περίοδο και διαμορφώνουν πλέον μια νέα εποχή τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη ΝΑ Ευρώπη (Ι. Ασλάνης 1998.). Για παράδειγμα, στην τεχνολογία καθιερώνεται η μεταλλουργία (Ι. Ασλάνης 2010, σελ. 44). Άρα εδώ, βεβαιώνεται πλέον και συμβατικά, η καθιέρωση της μεταλλουργικής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από τη α’ φάση της 5ης χιλιετίας.

Από τον εκτεταμένο οικισμό του Μακρύγιαλου Πιερίας (δεύτερη οικιστική φάση, ΝΝ ΙΙ), προέρχονται 61 χάλκινα αντικείμενα, τα οποία με την εξαίρεση μιας μικρής σμίλης και δυο δακτυλιόσχημων περίαπτων από έλασμα είναι μικρές χάνδρες από έλασμα ή αυτοφυή χαλκό. (Pappa – Besios 1999, Κων. Ζάχος 2010, σελ. 81-82). Από την πρωιμότερη φάση (β’ μισό 6ης χιλιετίας), βρέθηκαν επίσης 27 χάλκινα αντικείμενα (άμορφες μάζες χαλκού ή ορυκτών του χαλκού). Σύμφωνα με την άποψη των ανασκαφέων, τα στοιχεία της αρχαιότερης φάσης δεν ήταν αρκετά για να τεκμηριωθεί με απόλυτη σαφήνεια η ύπαρξη μεταλλοτεχνίας. Πιθανόν, να ήταν τα πρώτα «δειλά» βήματα της ανερχόμενης τεχνολογικής προόδου (σχόλιο γράφοντος).

Από τον οικισμό του Μάνδαλου της Πέλλας αναφέρεται επίσης ένα ακέραιο χωνευτήρι με ίχνη χαλκού στο εσωτερικό του (Παπαευθυμίου-Παπανθίμου – Πιλάλη-Παπαστερίου 1997, 146, Κων. Ζάχος 2010, σελ. 82)

Στην Αιγαιακή Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα από τον οικισμό της Φτελιάς στη Μύκονο προέρχονται λίγα χάλκινα αντικείμενα, σουβλιά, περόνες, τμήματα από σύρματα και ένα αργυρό δακτυλιόσχημο περίαπτο, τα οποία βρέθηκαν και στις δυο φάσεις του οικισμού, η πρωιμότερη από τις οποίες τοποθετείται στο πρώτο μισό της 5ης χιλιετίας-ΝΝ ΙΙ (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 82).

Στην Κεφάλα της Κέας, έχουν βρεθεί κομμάτια από χωνευτήρια και πήλινα τοιχώματα καμίνου (Coleman 1977, 3-4, 113-114. Για τις διάφορες ερμηνείες των μεταλλουργικών δεδομένων της ανασκαφής βλ. Maran 2000, 182-184. Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 82)

Ακόμα, δυο χωνευτήρια με οπές στειλέωσης βρέθηκαν στο Γυαλί της Νισύρου (Σάμψων 1988, 42, 218-220. Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 82). Στα παραπάνω χωνευτήρια που ήταν κατασκευασμένα από χονδροειδή πηλό με αρκετές προσμίξεις ώστε να αντέχουν τις μεγάλες θερμοκρασίες έλιωναν μεταλλικό ή αυτοφυή χαλκό προκειμένου να τον χυτεύσουν σε μήτρες (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 82).

 

Με βάση τα προηγούμενα, οι απαρχές της μεταλλουργίας στον Αιγαιακό χώρο θα πρέπει να χρονολογηθούν προς τα τέλη της ΝΝ Ι και τις αρχές της ΝΝ ΙΙ (4800 π.κ.χ.).

 

– Τελική Νεολιθική ΤΝ ή Χαλκολιθική ΧΛΘ, 4500-3200 π.κ.χ.

Στην Ελλάδα, κατά τη Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδο, εντοπίζονται ποικίλα τεχνουργήματα κατασκευασμένα από χαλκό, χρυσό και άργυρο καθώς και κατάλοιπα αντικειμένων ή κατασκευών που τεκμηριώνουν μεταλλουργικές διαδικασίες.

Η ΤΝ περίοδος, εμφανίζει ιδιαιτερότητες που τη διαφοροποιούν σε αρκετά σημεία από τη ΝΝ. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι η μακρότατη αυτή περίοδος δε χαρακτηρίζεται από πολιτισμική ομοιογένεια και θα πρέπει να διαχωριστεί περαιτέρω σε μικρότερες φάσεις ή να επαναπροσδιοριστεί. Έτσι έχουμε τους εξής διαχωρισμούς:

 

  ΧΛΘ Ι, 4500-περ. 4000 π.κ.χ.,

Στη νησίδα Γυαλί της Νισύρου εντοπίστηκε κτίσμα με τρεις χώρους και χυτήρια χαλκού (Ι. Ασλάνης 2010, σελ. 48).

Σημαντικά ευρήματα χρυσών κοσμημάτων που έρχονται κυρίως τον Αιγαιακό χώρο και από μεμονωμένα ευρήματα από ανασκαφές στη Μακεδονία (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 82-84).

Εμφάνιση αργυρών δακτυλιόσχημων περιάπτων στον Ελλαδικό χώρο. Η παραγωγή αργύρου γινόταν ήδη κατά την ΤΝ (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 88).

 

  ΧΛΘ ΙΙ, αρχή 4ης χιλιετίας-3200 π.κ.χ.

Στον οικισμό του Στρόφιλα στην Άνδρο, εκτός των άλλων, υπάρχουν ευρήματα (μετάλλινα, ειδώλια, κ.ά.) που μαρτυρούν την ανθηρότητα του οικισμού (Televantou 2008).

 

–         Εποχή Χαλκού. 3200-1050 π.κ.χ.

Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί πως ο όρος «Εποχή του Χαλκού», που επικράτησε στη νεοελληνική γλώσσα για να ορίσει την περίοδο που διαδέχεται την Νεολιθική εποχή, είναι συμβατικός. Κατ’ αναλογία προς άλλες γλώσσες (Bronze Age, L’ Âge du Bronze, Bronzezeit) θα έπρεπε να ονομάζεται «Εποχή του Μπρούντζου», αφού τότε εφευρίσκεται το κρατέρωμα (μπρούντζος), δηλαδή το κράμα χαλκού και κασσίτερου από το οποίο κατασκευάζονταν πλέον ανθεκτικά στην κρούση και πίεση αντικείμενα (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 77).

 

  • Η πολυμεταλλουργία της «Νεολιθικής» Ελλάδας

Στην Ελλάδα, κατά τη Νεότερη και Τελική Νεολιθική (η ΧΛΘ) περίοδο, εντοπίζονται ποικίλα τεχνουργήματα κατασκευασμένα από χαλκό, χρυσό και άργυρο καθώς και κατάλοιπα αντικειμένων ή κατασκευών που τεκμηριώνουν μεταλλουργικές διαδικασίες.

Ο αριθμός των μετάλλινων αντικειμένων της ΤΝ από μια μικρή σχετικά έκταση ανασκαφής στο σπήλαιο του Ζα της Νάξου είναι εντυπωσιακός. Συνολικά βρέθηκαν περισσότερα από 14 χάλκινα αντικείμενα σμίλες, επίπεδοι πελέκεις, σπάτουλες, περόνες, σουβλιά) και ένα χρυσό ορθογώνιο έλασμα.

Από το σύνολο των χάλκινων αντικειμένων του νεολιθικού Αιγαίου ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομάδα των εγχειριδίων. Τα χάλκινα εγχειρίδια με τις αμφίστομες λεπίδες θεωρήθηκαν ως τα νέα σύμβολα προσδιορισμού πολεμιστών ανδροκρατούμενων κοινωνιών. Θεωρήθηκαν επίσης πως επέφεραν σημαντικές αλλαγές όχι μόνο σε πρακτικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο εξουσίας. Στο εξής, και έως το τέλος της προϊστορίας, όπλα και εξαρτύσεις πολεμιστών θα συνοδεύουν τους κατόχους τους στον τάφο. Γι’ αυτό η καταγωγή και η πρώτη εμφάνιση των εγχειριδίων στους προϊστορικούς πολιτισμούς έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ερευνητικού ενδιαφέροντος.

Στα ήδη γνωστά εγχειρίδια της ΤΝ του Αιγαιακού χώρου, των οποίων ο αριθμός με ασφαλή ανασκαφικά δεδομένα όλο ένα και αυξάνεται, έχουν προστεθεί επιπλέον τρία από τον οικισμό του κόμβου Μικροθηβών Μαγνησίας και τρία από τον οικισμό του Στρόφιλα της Άνδρου (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 84-87).

Τα εγχειρίδια της ΤΝ του Αιγαιακού χώρου, πιστοποιούν πως το όπλο αυτό δεν εμφανίζεται στην Ελλάδα κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία αλλά πολύ νωρίτερα, κατά την ΤΝ περίοδο. Η χρονολόγηση και η τυπολογική τους κατάταξη επιτρέπουν το συμπέρασμα πως τα εγχειρίδια αποτελούν μια εγχώρια παραγωγή, που εξελίχτηκε ανεξάρτητα από τα μεταλλουργικά κέντρα της ΝΑ Ευρώπης (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 88).

Χάλκινο εγχειρίδιο από την Ελλάδα:

α) Σπήλαιο Αλεπότρυπα Διρού, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.).

Τα πρώτα χάλκινα όπλα των Αιγαίων.

Επινόηση των πρωτοελλήνων του Αιγαιακού χώρου ΠΗΓΗ.

 

Η συμβολή της μεταλλουργίας του Αιγαιακού χώρου (της 5ης και 4ης χιλιετίας), εντοπίζεται και σε ένα άλλο πεδίο, αυτό της πολυμεταλλουργίας. Τα χρυσά δακτυλιόσχημα περίαπτα, με τη χαρακτηριστική τους φόρμα είναι ευρέως διαδεδομένα στους χαλκολιθικούς πολιτισμούς της ΝΑ Ευρώπης. Πρόκειται για συμβολικά αντικείμενα τα οποία υποκρύπτουν ιδεολογικές αντιλήψεις αποτροπαϊκού ή άλλου, άγνωστου σε εμάς χαρακτήρα.

Η παρουσία τους στην Ελλάδα, όπου μάλιστα κατασκευάζονταν και από άλλα υλικά (πηλό, πέτρα, χαλκό άργυρο) και απεικονίζονταν σε αγγεία της ΝΝ του Διμινύου και του Σέσκλου (Δημακοπούλου 1998, 68, αρ. κατ. 75, 76 – Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 88), οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι κάτοικοι του Αιγαίου καταλάβαιναν το συμβολισμό τους όπως και οι βόρειοι γείτονές τους (είναι λογικό άλλωστε, διότι ήταν επινόηση των Αγαίων ή γηγενών κατοίκων της χέρσου Ελλάδος. Εκτός των άλλων, αποτελεί δείγμα κοινωνικής και πολιτισμικής συνοχής).

 

  • Η χρυσοχοΐα στη «Νεολιθική» Ελλάδα

Από τον Αιγαιακό χώρο προέρχεται επίσης και ένας σημαντικός αριθμός χρυσών κοσμημάτων: χάνδρες και δακτυλίδια, μεμονωμένα ευρήματα από ανασκαφές στη Μακεδονία και στα νησιά του Αιγαίου (Σιταγροί Δράμας, Δήμητρα, Στρόφιλας Άνδρου).

Σπουδαία θέση ανάμεσα στα ευρήματα χρυσών αντικειμένων της προϊστορικής κληρονομιάς (περίοδος Νεολιθικής Μεταλλουργίας) της Χώρας μας κατέχει, ο θησαυρός της Αραβησσού Γιαννιτσών (δύο ορθογώνια διάτρητα ελάσματα, ένα δακτυλίδι, ένα διάτρητο δισκόμορφο έλασμα και δυο δακτυλιόσχημα περίαπτα).

Μερικά ακόμα είναι: χρυσό περίαπτο της ιδιωτικής συλλογής Μπάστη από τη θέση Πλατομαγούλες ή Παλιομαγούλες Μαγνησίας, το δακτυλιόσχημο περίαπτο από τις ανασκαφές στο σπήλαιο της Θεόπετρας Τρικάλων. Το ορθογώνιο έλασμα από τις ανασκαφές στο σπήλαιο του Ζα της Νάξου και το το χρυσό περίαπτο από τις ανασκαφές του Τσούντα στο Σέσκλο, που δυστυχώς, σήμερα είναι χαμένο..

Τέλος, ο θησαυρός 53 χρυσών κοσμημάτων ο οποίος κατασχέθηκε από αρχαιοκαπήλους και παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1997 από το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Γενικής Ασφάλειας, περιλαμβάνει τα εξής χρυσά αντικείμενα: δακτυλιόσχημα περίαπτα, διάφορα άλλα περίαπτα (ένα σε σχήμα κλαδιού ή κέρατος, ένα σε σχήμα φαλλού), ελάσματα ταινιόσχημα, δισκόμορφα και σε άλλα σχήματα (μερικά διάτρητα και άλλα με έκτυπη διακόσμηση), καθώς και χάνδρες διαφόρων σχημάτων (Δημακοπούλου 1998 – Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 84).

Χρυσά αντικείμενα από την Ελλάδα:

α) Ταινιόσχημο έλασμα [μήκ. 9,1 εκ.],

Αραβησσός, περ. 4500 π.Χ., ΑΜΘ: 12099,

β) Δακτυλίδι [διάμ. 2,1 εκ.], Αραβησσός, περ. 4500 π.Χ., ΑΜΘ: 12103,

γ) Δακτυλιόσχημο περίαπτο [ύψ. 3,4 εκ.],

Σπήλαιο Θεόπετρας, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.),

δ) Δακτυλιόσχημα περίαπτα [ύψ. 6,7 και 4,4 εκ.],

Άγνωστη προέλευση, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.)

ε) Δισκόμορφο έλασμα [διάμ. 1,8 εκ.],

Άγνωστη προέλευση, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.),

στ) Περίαπτο σε σχήμα φαλλού; [ύψ. 5,9 εκ.],

Άγνωστη προέλευση, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.)

ζ) Κυλινδρική ψήφος [ύψ. 0,8 εκ.],

Άγνωστη προέλευση, ΤΝ (4500-3200 π.Χ.)

ΠΗΓΗ.

 

  • Τα «Νεολιθικά» αργυρά κοσμήματα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η παραγωγή αργύρου κατά την αρχαιότητα γινόταν από μεταλλεύματα αργυρούχου μολύβδου με τη μέθοδο της κυπέλλωσης. Η ίδια μέθοδος, κατά κοινή αποδοχή, χρησιμοποιείτο και κατά την προϊστορική περίοδο. Μεταλλεύματα αργυρούχου μολύβδου υπάρχουν στο Λαύριο της Αττικής και στη Σίφνο των Κυκλάδων. Μάλιστα, στα αρχαία μεταλλεία του Αγίου Σώστη στη Σίφνο βρέθηκαν ακροφύσια προϊστορικής περιόδου μαζί με όστρακα του πολιτισμού Αττικής–Κεφάλας της ΤΝ περιόδου (Wagner et al. 1980· Gropengiesser 1986 1987).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τα αργυρά δακτυλιόσχημα περίαπτα που έχουν βρεθεί στην Ελλάδα. Ένα από αυτά βρέθηκε σε σπήλαιο στα Περιστέρια Σαλαμίνας («σπήλαιο Ευριπίδη») μαζί με αργυρό σύρμα λυγισμένο σε μορφή θηλιάς. Ένα δεύτερο προέρχεται από το σπήλαιο Αλεπότρυπα του Διρού Λακωνίας. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκαν, επίσης, και άλλα αντικείμενα από άργυρο: δυο ζεύγη βραχιολιών ή ενωτίων, ένα περιδέραιο από 168 μικροσκοπικές δισκοειδείς χάντρες, καθώς και μία σφαιρική και μία αμφικωνική χάντρα (Παπαθανασόπουλος 1996, 227, αρ. κατ. 41-43 – Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 88). Ένα τρίτο αργυρό περίαπτο βρέθηκε στην πρώτη φάση του οικισμού της Φτελιάς Μυκόνου (Sampson 2002, 124-125). Ένα τέταρτο παρόμοιο, με εξαιρετικά μεγάλο άνοιγμα του δακτυλίου και επικολλημένο καθέτως έλασμα που απολήγει αναδιπλούμενο σε οπή ανάρτησης, προέρχεται από τον τάφο 19 του νεκροταφείου στο Τσέπι Μαραθώνα. Ο τάφος 19 ανήκει στους πρωιμότερους του νεκροταφείου και χρονολογείται στο τέλος της ΤΝ. Στο ίδιο νεκροταφείο, σημειωτέον, εξωτερικά του Τάφου 7 βρέθηκε τμήμα λιθάργυρου από κυπέλλωση μολύβδου (Παντελίδου-Γκόφα 2005, 140, 319-320, πιν. 19:7, 68, 323, πιν. 8:3)Μεταξύ άλλων μετάλλινων αντικειμένων του νεκροταφείου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τρία αργυρά ελάσματα με οπές στα πέρατα και περιμετρικά στικτή διακόσμηση. Τέλος, ένα πέμπτο αργυρό περίαπτο από το ταφικό σπήλαιο Αμνισού Ηρακλείου της Κρήτης θεωρείται ότι ανήκει χρονολογικά στην ΤΝ/ Πρώιμη Προανακτορική εποχή (Maran 2000, 186-187).

Κρίνοντας και από τα αργυρά ευρήματα, είναι σαφές ότι παραγωγή αργύρου στην Ελλάδα γινόταν ήδη κατά την ΤΝ (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 88).

 

  • Η κορύφωση της εξέλιξης του «Νεολιθικού» Πολιτισμού στον Ελλαδικό χώρο

Κάθε μία από τις περιόδους αυτές έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η Νεότερη Νεολιθική (ΝΝ) (5400/5300-4500 π.κ.χ.) αντιπροσωπεύει την κορύφωση της εξέλιξης των Νεολιθικού πολιτισμού του Ελλαδικού-Περιαιγαιακού και Αιγαιακού χώρου. Η κατοίκηση γίνεται πυκνότερη όχι μόνο στις εύφορες πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας αλλά και σε περιβάλλοντα που παλαιότερα φάνταζαν αφιλόξενα, όπως π.χ. τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου.

Σε κάθε περίπτωση, οι οικισμοί αποκτούν συστηματικότερη οργάνωση, ορισμένες φορές με περιβόλους (Σέσκλο-Διμίνυο) ή τάφρους οχυρωματικής ή άλλης λειτουργίας, ενώ την περίοδο αυτή εμφανίζονται και τα πρώτα νεκροταφεία.

Γενικότερα, στη Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδο, εντοπίζονται ποικίλα τεχνουργήματα κατασκευασμένα από χαλκό, χρυσό και άργυρο καθώς και κατάλοιπα αντικειμένων ή κατασκευών που τεκμηριώνουν μεταλλουργικές διαδικασίες.

Οι πρώτες απεικονίσεις πλοίων στο Αιγαίο, εντοπίστηκαν σε βραχογραφίες της Τελικής Νεολιθικής περιόδου (4500-4000 π.κ.χ) στον Στρόφιλα της Άνδρου (Χ. Τελεβάντου 2005). Πρόκειται για 37 πλοία διάφορων μεγεθών και σχημάτων, μεταξύ αυτών παριστάνεται στολίσκος αποτελούμενος από 4 πλοία, ο οποίος ομοιάζει με εκείνον που εντοπίστηκε στο Ακρωτήρι της Θήρας και δημιουργήθηκε κατά την Ύστερη Κυκλαδική Περίοδο (Ι. Λυριτζής, 2010). Η ανεύρεση σε πολλούς οικισμούς της ΝΑ Ευρώπης (με μια διασπορά που φτάνει τις χιλιάδες χιλιόμετρα από τις ακτές του Αιγαίου) κοσμημάτων από όστρεο Spondylus gaederopus τεκμηριώνει με τον πλέον σαφή τρόπο τις συνεχείς επαφές των πληθυσμών της Βαλκανικής με τους πληθυσμούς των παραλίων του Αιγαίου (Séfériadès 2009 – Κων. Ζάχος 2010, σελ. 84).

Οι «Νεολιθικοί» πρωτοΈλληνες του Αιγαίου εξελίσσονται σε μεγάλη εμπορική-εξερευνητική ναυτική δύναμη.

Η τεχνολογία αναπτύσσεται σημαντικά, με κορυφαία κατάκτηση την επινόηση της μεταλλουργίας, ενώ οι επαφές αυξάνουν δραματικά προς κάθε κατεύθυνση. Είναι μια περίοδος ραγδαίας ανάπτυξης, κατά τη διάρκεια της οποίας αναδύονται συνθετότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και αλληλεπίδρασης (Ν. Παπαδημητρίου 2010, σελ. 20 – Κων. Ζάχος 2010, σελ. 88), με επίκεντρο τον Ελλαδικό χώρο.

Σε μια εκτίμηση των δεδομένων της Αιγαιακής μεταλλουργίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο C. Renfrew σημείωνε πως «There is no long ancestry for the metallurgy of the Early Bronze Age in the Aegean» (Renfrew 1967, 2-26.). Οι ανασκαφές και άλλες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν έκτοτε αποκαλύπτουν πως κατά τη λεγόμενη Τελική Νεολιθική περίοδο αναπτύχθηκε στο Αιγαίο μια αξιόλογη πολυμεταλλουργία με ποικιλία αντικειμένων και καινοτόμες πρωτοβουλίες. Είναι καιρός πλέον ο όρος «Χαλκολιθική» για την περίοδο περίπου από το 4.800 έως το 3.300 π.κ.χ. να γίνει κοινώς αποδεκτός από τους ερευνητές του προϊστορικού Αιγαίου (Κων. Ζάχος Έφορος Αρχαιοτήτων, σελ. 90).

Η καλλιτεχνική πρωτοπορία της κοσμηματοποιίας και η πολιτισμική υπεροχή των κατοίκων των πρωτοΕλλήνων του Αιγαιακού και του περιαιγαιακού χώρου επεκτάθηκε μέχρι και χιλιάδες χιλιόμετρα από τις ακτές του Αιγαίου μέχρι βόρεια στην Ευρώπη. Οι κάτοικοι του ευρύτερου Ελλαδικού χώρου είχαν ήδη θέσει τα θεμέλια του μεγάλου πολιτισμού που θα ακολουθούσε. ΠΗΓΗ.

 

  • Η αναθεώρηση του όρου της συμβατικής χρονολόγησης – η έναρξη της Μεταλλουργικής δραστηριότητας ήδη από την Νεότερη Νεολιθική

Από το συγγραφικό έργο, του ομότιμου καθηγητού Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ηλία Δ. Μαριολάκου, με τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΜΥΘΟΛΟΓΙΑ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΓΕΩΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ» (πρώτο βιβλίο – εκδ. Α.Α. Λιβάνη 2018) στα Κεφ. Α4 & Α5, που έχουν ως θέμα, την «Έναρξη της Μεταλλουργικής δραστηριότητας», θεωρείται αναγκαία η γενική αναθεώρηση του όρου της τελικής φάσης της Νεολιθικής περιόδου, αφού, όπως έχουν δείξει οι νεότερες έρευνες, η μεταλλουργική επεξεργασία και κατ’ επέκταση η χρήση του χαλκού ξεκίνησε την ίδια περίπου εποχή (τουλάχιστον στον Βόρειο Ελλαδικό χώρο), με την Νεότερη Νεολιθική (5300-4500 π.κ.χ.).

Ακόμα, αν ληφθούν υπόψη τα νεότερα ανασκαφικά δεδομένα, τότε η άποψη ότι η μεταλλουργική τεχνολογία πρωτοαναπτύχθηκε στη ΝΑ Μικρά Ασία και στο σημερινό Ιράν και στη συνέχεια πέρασε στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο και από εκεί διαδόθηκε στη Δύση και την υπόλοιπη Ευρώπη, και μάλιστα πρώτα στην περιοχή των Καρπαθίων και των Βόρειων Βαλκανίων, πρέπει να μην ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα και επομένως πρέπει να αναθεωρηθεί.

Κατά τη γνώμη του Ομότιμου Καθηγητού, θα πρέπει να αναθεωρηθούν τα προηγούμενα, εφ’ όσον ληφθούν υπ’ όψιν τα εξής:

α) τα νεότερα αποτελέσματα της γεωαρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα,

β) τη γενικότερη φυσικογεωλογική εξέλιξη στον Εύξεινο Πόντο, και ιδιαίτερα με εκείνη της Νεολιθικής Εποχής και τις κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις σε παρευξείνιες χώρες και λαούς.

Α) Η γεωαρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα, που επί τέλους έχει φτάσει σε ικανοποιητικό επίπεδο, με συνέπεια την ανεξαρτητοποίηση της από διάφορα εργαστήρια του εξωτερικού, έφερε στο φως μεταλλουργική δραστηριότητα ήδη από τα τέλη της 6ης χιλιετίας! Πρόκειται για τον εντοπισμό δεκάδων επιδαπέδιων εστιών μεταλλουργικής επεξεργασίας χαλκού στα σημερινά Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και συγκεκριμένα από τη θέση Προμαχώνας – Topolnica (CKoukouli – Chrysanthaki & Bassiakos, 2002). Μεταξύ άλλων έχουν εντοπιστεί και μελετηθεί και τα ακόλουθα:

–         Παχείς διαστρώσεις στάχτης και δεκάδες επιδαπέδιες εστίες του 2ου ημίσεως της 6ης χιλιετίας (5250 π.κ.χ), μέσα στις οποίες γινόταν αναγωγική τήξη χαλκούχου μεταλλεύματος – μαλαχίτη και αζουρίτη – υψηλής καθαρότητας (> 95%).

–         Από ορίζοντα της 5ης χιλιετίας, έχει ανασυρθεί μια πήλινη «κινητή» εστία-χωνευτήρι.

Η μεταλλουργική αυτή δραστηριότητα, την εποχή που ο άνθρωπος δεν γνώριζε ακόμη την κραμάτωση των μετάλλων, αποτελεί πιθανότατα, το αρχαιότερο κέντρο παραγωγής χαλκού στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο και ένα από τα αρχαιότερα στον κόσμο.

Ημιυπόγειο υπόσκαφο κτίσμα από τον οικισμό Προμαχώνα Σερρών.

Το αρχαιότερο μεταλλουργικό κέντρο στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο

και ένα από τα αρχαιότερα στον κόσμο. ΠΗΓΗ.

  Η χρονολόγηση στον ορίζοντα της 6ης χιλιετίας (σύμφωνα με την εξέταση, που έγινε στα εργαστήρια του Δημόκριτου), δίνει παλαιότερη δραστηριότητα από εκείνη των χάλκινων και των χρυσών αντικειμένων της Βάρνας (Ηλίας Δ. Μαριολάκος 2018, σελ. 244-245/252).

Β) Στις Αρχαιολογικές ανασκαφές του 1972 στη Βάρνα της Βουλγαρίας (γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Θράκης), αποκαλύφθηκε ένα τεράστιο νεκροταφείο, με 310 καταμετρημένους τάφους του 4550-4450 π.κ.χ., στους οποίους υπήρχε πλήθος εργαλείων και άλλων αντικειμένων, πήλινων, χάλκινων, αλλά και από χρυσό. Σύμφωνα με τον Ivan Ivanov (1991), που ήταν επικεφαλής των ανασκαφών, το νεκροταφείο της Βάρνας είναι το αρχαιότερο που έχει ανασκαφεί μέχρι σήμερα, όπου έχουν ενταφιαστεί άνθρωποι με κοσμήματα.

Ανάμεσα στα ευρήματα που ανασκάφηκαν στο νεκροταφείο της Βάρνας, έχουν βρεθεί ορισμένα κοσμήματα, όπως περιδέραια από όστρακα των ειδών Cardium edule και Mactra Carolina, που έχουν χρονολογηθεί στα 4500-4300 π.κ.χ., όπως και ένα περικάρπιο (μπρασελέ) από το γένος Spondylus sp., που έχει χρονολογηθεί στα 5000-4600 π.κ.χ.

Σημειωτέον ότι τα όστρακα των δύο πρώτων ειδών υπάρχουν τόσο στο Αιγαίο όσο και στον Εύξεινο Πόντο. Τα όστρακα όμως, του είδους Spondylus sp. δεν μπορεί να προέρχονται παρά μόνον από το Αιγαίο, αφού δεν μπορούν να ζήσουν στο περιβάλλον του Εύξεινου Πόντου, λόγω ελαττωμένης αλμυρότητας και θερμοκρασίας.

Αυτό υποδηλώνει ότι, από αυτή την τόσο παλαιά εποχή, δηλαδή από το 5000 π.κ.χ., πρέπει να υφίστατο εμπόριο μεταξύ Νότου και Βορρά και συγκεκριμένως μεταξύ των Πρωτοελλήνων Αιγαίων και των κατοίκων των παραδουνάβιων και παρευξείνιων περιοχών.

Ορισμένοι εκτιμούν ότι αυτή η εμπορική δραστηριότητα πρέπει να ξεκίνησε στο 6250 π.κ.χ. Στη σχετική έκδοση και στο Κεφάλαιο: «Η μεταλλουργία στην Ελλάδα και στη NA Ευρώπη κατά την 5η και 4η χιλιετία π.Χ.», ο Έφορος Αρχαιοτήτων Κωνσταντίνος Ζάχος, αναφέρει: «Μετά από την πρώτη μετακίνηση των νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων του Αιγαίου προς βορρά, στους τελευταίους αιώνες της 7ης χιλιετίας, δεν αποκόπηκαν οι επαφές τους με την Ελλάδα, η οποία εξ άλλου αποτελεί την κατώτερη απόληξη της βαλκανικής χερσονήσου» (Κων/νος Ζάχος 2010, σελ. 84).

Λέγεται μάλιστα, ότι είναι πολύ πιθανόν τα περιδέραια με τα όστρακα να αποτελούν σύμβολα των Αιγαίων προγόνων αυτών που είχαν έλθει ως αγρότες να εποικήσουν την περιοχή αυτή την πολύ παλιά εποχή, που συμπίπτει με την Παλαιότερη Νεολιθική (Ηλίας Δ. Μαριολάκος 2018, σελ. 245-246).

 

Γ) Τα πρώτα αντικείμενα από χυτό χαλκό στην περιοχή της Ευρασίας προέρχονται από διάφορα κέντρα παραγωγής, που τοποθετούνται στην Εγγύς Ανατολή και χρονολογούνται από το 5000 π.κ.χ. περίπου. Η υπόθεση αυτή, όμως δεν επαληθεύεται με αποδείξεις τήξης χαλκού στα κέντρα αυτά. Αντιθέτως, μελέτες που έχουν γίνει σε σκωρίες από την Ανατολική Σερβία (MRodivojevic et al., 2010) δείχνουν ότι οι παλαιότερες δραστηριότητες τήξης χαλκού στην Ευρώπη έχουν γίνει στην περιοχή αυτή, και μάλιστα είχε αναπτυχθεί τέτοια μεταλλουργική τεχνολογία, που μπορούσε να επεξεργαστεί πρώτες ύλες, δηλαδή μεταλλεύματα διαφορετικής προέλευσης και ορυκτολογικής σύστασης (Ηλίας Δ. Μαριολάκος 2018, σελ. 246).

 

Δ) Η έναρξη όμως της μεταλλουργικής δραστηριότητας στου ανθρώπου που κατοικεί στον ευρύτερο χώρο γύρω από τη Μεσόγειο, στη Μεσοποταμία και στον ευρύτερο χώρο γύρω από τη Μεσοποταμία και στον σημερινό Περσικό Κόλπο, και κατ’ επέκταση τον περιαιγαιακό και τις παρευξείνιες περιοχές, πρέπει να συνδεθεί με δύο μεγάλης σημασίας φυσικογεωλογικά φαινόμενα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, και συγκεκριμένα:

–         Με την ολοκλήρωση της ανόδου της στάθμης της θάλασσας εξαιτίας των κλιματοευστατικών κινήσεων, που συμβαίνει γύρω στο 4000 π.κ.χ.. Η στάθμη της θάλασσας στο Αιγαίο, επομένως σταθεροποιείται κάπου 1.500 χρόνια μετά την έναρξη της μεταλλουργικής δραστηριότητας. Οι ίδιες ακριβώς συνθήκες επικρατούσαν τόσο στη Μεσοποταμία και στις περιοχές γύρω από τον Περσικό Κόλπο όσο και στο δέλτα του Νείλου, που την εποχή εκείνη είτε δεν είχε ακόμη αρχίσει να σχηματίζεται είτε βρισκόταν στα πρώτα στάδια εξέλιξης του.

–         Η άλλη μεγάλη φυσικογεωλογική μεταβολή είναι ο κατακλυσμός από τα νερά του Αιγαίου του Εύξεινου Πόντου, ο οποίος συνέβη πριν από 7.500 χρόνια περίπου, που, ενώ μέχρι τότε ήταν λίμνη γλυκού νερού, μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξαν τα πάντα, όχι μόνον εξαιτίας της μεταβολής της αλμυρότητας, αλλά και της κατάκλυσης τεραστίων εκτάσεων παράκτιων περιοχών, που ανάγκασαν όλους τους πληθυσμούς που κατοικούσαν στις όχθες αυτής της παλαιολίμνης, δηλαδή του Παλαιοεύξεινου Πόντου, να μετοικήσουν σε περιοχές που βρίσκονταν ψηλότερα από τις νέες ακτογραμμές, επειδή μέχρι τότε η στάθμη του βρισκόταν γύρω στα 100 μ. χαμηλότερα (Ηλίας Δ. Μαριολάκος 2018, σελ. 246-247).

Ποιος λοιπόν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να είχε αναπτυχθεί κάποια μεταλλουργική δραστηριότητα σ’ εκείνες τις περιοχές του Αιγαίου και του περιαιγαιακού χώρου, του Περσικού Κόλπου ή του δέλτα του Νείλου, που σήμερα έχουν κατακλυστεί από τη θάλασσα και τα ιζήματα, και κατά συνέπεια να εξαφανίστηκε κάθε πιθανό ίχνος παρόμοιας δραστηριότητας; Τα πάντα συνεπώς είναι ακόμα ρευστά.

ΠΗΓΗΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 29.7.2022.

Βιβλιογραφία – αναφορές:

ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

–  Ζάχος Κωνσταντίνος έφορος Αρχαιοτήτων, Ιωάννης Ασλάνης, διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, όλες οι αναφορές περιλαμβάνονται στην έκδοση «Η Ελλάδα στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο των Βαλκανίων κατά την 5η και 4η χιλιετία π.Χ.». Έκδοση με την ευκαιρία της έκθεσης «Το ξεχασμένο παρελθόν της Ευρώπης. Η κοιλάδα του Δούναβη, 5000-3500 π.Χ. και οι σχέσεις της Ελλάδας με τα Βαλκάνια στη Νεολιθική εποχή». Επιμέλεια Νίκος Παπαδημητρίου με τη συνεργασία της Ζωής Τσιρτσώνη. Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή, Αθήνα 2010.

– Λυριτζής Ι., ΑΙΓΑΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, τόμος Α – Αρχαιότητα, 2010, εκδ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αθήνα 2021.

– Μαριολάκος Ηλίας Δ. ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΜΥΘΟΛΟΓΙΑ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΓΕΩΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ» (πρώτο βιβλίο – εκδ. Α. Α. Λιβάνη 2018).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά