Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Η θάλασσα της Μάνης όπως και όλα της τα τοπία είναι από τα πιο άγρια της Ελλάδας. Το διαπίστωσα με τα ίδια μου τα μάτια. Θα προτιμούσα βέβαια να μην είχα πάρει ένα τόσο δυνατό μάθημα, αλλά ας είναι.

Κάποια πράγματα δεν τα διαλέγεις. Απλά συμβαίνουν.

Παίζαμε με το νερό ξέγνοιαστοι. Πιστεύαμε πως όλα κυλούσαν ήρεμα όπως ακριβώς τα είχαμε αφήσει λίγα λεπτά νωρίτερα. Ζητήσαμε από τους φίλους μας, να προσέχουν για λίγη ώρα τα παιδιά μας, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε μία βουτιά με ηρεμία.

Ηρεμία… τι λέξη κι αυτή! Τι τραγική ειρωνεία περικλείει το νόημα της;

Ο Απόστολος, στεκόταν όρθιος μπροστά μου κι εγώ ξαπλωμένη ανάσκελα στην επιφάνεια του νερού, επέπλεα καθώς εκείνος με τράβαγε προς τα έξω. Το κύμα πότε με σήκωνε και πότε με βύθιζε με γρήγορους ρυθμούς. Αν δεν με κράταγε σφιχτά εκείνος, δεν θα μπορούσα να επιπλεύσω με τίποτα. Όλη αυτή η διαδικασία κράτησε μονάχα δύο λεπτά. Δύο λεπτά ήταν αρκετά για να χάσω την οπτική επαφή με τα παιδιά μου.

Βγήκαμε έξω και ρώτησα την Αναστασία, «πού είναι η Λυδία;» μιας και μπροστά μου αντίκρισα μονάχα τους γιους της μαζί με τη μεγάλη μου κόρη, την Αμέλια.

Εκείνη ακούμπησε νωχελικά το βιβλίο που διάβαζε επάνω στην ξαπλώστρα και μου απάντησε, «εδώ ήταν τώρα πριν λίγο… Να εκεί είναι με το κόκκινο μαγιό, δεν τη βλέπεις;» Συμπλήρωσε και με το χέρι της μου έδειξε ένα ξανθό κοριτσάκι που έπαιζε λίγο παραπέρα.

«Αυτή δεν είναι η Λυδία…» ψέλλισα μουδιασμένα.

Ναι, η κόρη μου ήταν κι εκείνη ξανθιά, όμως δεν ήταν αυτή που έβλεπα μπροστά μου. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και διαπίστωσα πως μόλις είχε χαθεί το παιδί μου. Αυτός ο φόβος άρχισε να γιγαντώνεται μέσα μου, μέχρι που πλημμύρισε κάθε μου κύτταρο.

«Απόστολε, το παιδί!» φώναξα και στράφηκα προς το μέρος του.

Εκείνος, το ίδιο σαστισμένος πάλευε να καταλάβει τι συνέβη. Αρχίσαμε να ψάχνουμε όλη την παραλία απ’ άκρη σ’ άκρη. Εγώ, κατευθύνθηκα προς την έξοδο που έβλεπε στο δρόμο. Ευτυχώς υπήρχε μονάχα μία δίοδος για να φύγει κανείς από εκείνη την παραλία και αυτό ανεβαίνοντας περίπου εκατό σκαλοπάτια.

Ο Απόστολος, περπάταγε κατά μήκος της ακτής και φώναζε το όνομά της τετράχρονης κόρης μας. Γύρισα και κοίταξα προς την πλευρά τους και παρατήρησα πως από όλον αυτόν τον κόσμο που βρισκόταν εκεί εκείνη την ημέρα του Αυγούστου, κανείς δεν κατάλαβε πως μόλις είχε χαθεί ένα παιδί. Εγώ όμως ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα. Ήθελα να ουρλιάξω, να λιποθυμήσω, να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Όμως ταυτόχρονα πάλευα να πάρω μία ανάσα ακόμη.

«Είναι καλά. Θα τη βρούμε» έλεγα στον εαυτό μου προκειμένου να συνεχίσω να στέκομαι στα πόδια μου.

Έπρεπε να την βρω πάση θυσία.

 

Ο ήλιος έκαιγε και η Μυρτώ πατούσε ξυπόλητη επάνω στην καυτή άμμο. Όμως εκείνη τη στιγμή ήταν λες και δεν αισθανόταν καθόλου αυτή την ανυπόφορη ζέστη στα πέλματα της. Πλησίασε τα σκαλοπάτια και παρατήρησε πως κανείς δεν ανέβαινε ή κατέβαινε εκείνο το διάδρομο τη δεδομένη στιγμή. Δεν ήξερε τι να κάνει. Για μια στιγμή σκέφτηκε να ανέβει γρήγορα προς τα έξω.

Μα αν το παιδί μου, είναι μέσα στη θάλασσα και πνίγεται; Εγώ θα τρέχω προς λάθος κατεύθυνση, σκέφτηκε και κοντοστάθηκε στη βάση της σκάλας.

Από την άλλη πλευρά, ο Απόστολος φώναζε το όνομα της μικρής Λυδίας προσπαθώντας να την βρει ανάμεσα στους λουόμενους.

Η Αναστασία, παρέμεινε κάτω από την ομπρέλα προσέχοντας τα υπόλοιπα παιδιά. Εκείνη την ώρα δεν ρίσκαραν να χάσουν κι άλλο.

Ο Ανδρέας, ο σύντροφος της Αναστασίας, άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στις ξαπλώστρες και στον κόσμο που βρισκόταν στην αμμουδιά. Τριγύριζε ανάμεσα στις ομπρέλες και ρωτούσε μήπως κανείς τους είδε ένα κοριτσάκι με κόκκινο μαγιό.

Όλοι γνώριζαν πως αν χαθεί ένα παιδί κάθε λεπτό που μετρά έχει σημασία. Ο χρόνος που κυλά είναι αμείλικτος και είναι μονάχα εις βάρος τους. Δεν έπρεπε να αφήσουν ούτε ένα δέκατο του δευτερολέπτου να χαθεί μέσα από τα χέρια τους.

«Λυδία» φώναξε ο Απόστολος, βάζοντας τα χέρια του στο στόμα για να δημιουργήσει ένα μεγάλο χωνί. Ήθελε να ακουστεί ως τα πέρατα της γης η φωνή του. Να φτάσει στ’ αυτιά της μικρής του κόρης μήπως κι έτσι καταφέρει να την γυρίσει πίσω.

Προχώρησε λίγο παραπέρα ξεφεύγοντας από τον πολύ κόσμο που βρισκόταν στην αμμουδιά. Αν και δεν πίστευε ότι το παιδί του μπορεί να έφτασε ως εκεί, εκείνος πλησίασε τα κοφτερά βράχια που βρίσκονταν στην άκρη. Σαν ακοίμητοι φρουροί νύχτα και μέρα να δέχονται υπομονετικά τα χτυπήματα του καιρού. Μέσα στη θάλασσα, υπήρχε ένα σχοινί με σημαδούρες έτσι ώστε ο κόσμος να μην πλησιάζει προς τα εκεί. Ο καιρός ήταν άγριος και τα κύματα με ευκολία μπορούσαν να παρασύρουν κάποιον. Το νερό έσκαγε με δύναμη επάνω στα βράχια και θαρρείς πως τα μαστίγωνε με τη μανία του. Είχε μια ακατανίκητη λύσσα που δεν ξέφευγε κανείς απ’ τα δίχτυα της.

«Λυδία» φώναζε ξανά και ξανά με όλη του τη δύναμη.

Μα κάτι υπήρχε στο βάθος. Κάτι επέπλεε μόνο του στ’ ανοιχτά. Με την παλάμη του, σκέπασε το μέτωπο του, για να μπορέσει να δει λίγο καλύτερα. Παρατήρησε πως μέσα στο νερό, εκεί που ήταν τουλάχιστον τρία μέτρα το βάθος της θάλασσας, υπήρχε ένα παιδί με κόκκινο μαγιό. Ναι, ήταν εκείνη. Ήταν η Λυδία του, επάνω στην παιδική της σανίδα. Την αναγνώρισε αμέσως από τη μάσκα που φόραγε στο κεφάλι της με εκείνο το χαρακτηριστικό φωσφοριζέ πορτοκαλί χρώμα. Συνέχισε να φωνάζει το όνομά της και με ορμή άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος της αλλά το ρεύμα την παρέσερνε μακριά. Ο αέρας φυσούσε αντίθετα και η φωνή του δεν έφτανε στ’ αυτιά της.

«Λυδία!» Συνέχισε να φωνάζει το όνομα της, μπλεγμένο με τ’ αλάτι του νερού. Του ξέφευγε. Θα την έχανε!

Το παιδί, γύρισε το κεφάλι του και είδε τον Απόστολο που πάλευε να την φτάσει. Τρομοκρατημένη τον κάλεσε κοντά της. Με τα μικρά της χεράκια προσπαθούσε να κρατηθεί από τη σανίδα που βολόδερνε στα κύματα. Το κεφάλι της, χανόταν και εμφανιζόταν ξανά πίσω από υδάτινα βουνά.

Έφτασε κοντά της και την έπιασε λίγο πριν η σανίδα της περάσει τη διαχωριστική γραμμή. Λίγα λεπτά ακόμη και ο καιρός θα είχε στείλει αυτή την τετράχρονη ψυχούλα κατευθείαν επάνω στα βράχια.

Βορά στο έλεος τους.

Εκείνη θυμωμένη μόλις είδε τον μπαμπά της να την πλησιάζει του φώναξε, «πού ήσουν; Σας έψαχνα το ξέρεις;»

Δεν την μάλωσε. Της είπε μονάχα ένα ξερό «πάμε έξω» και την πήρε κατευθείαν από το χέρι για να την οδηγήσει στη μητέρα της.

Την κρατούσε σφιχτά επάνω στο σώμα του, όσο κολυμπούσαν προς την ακτή. Δεν ρίσκαρε να αφήσει ξανά το μικρό του μπουμπούκι από τα χέρια του, για κανέναν λόγο.

 

μητέρα 2 - mitera 2

 

Δεν ήξερα τι να κάνω.

Να ανεβώ όλα εκείνα τα σκαλιά ή θα χάσω χρόνο; Αναρωτήθηκα.

Για μια στιγμή γύρισα το βλέμμα μου προς τη θάλασσα. Είδα ανθρώπους να παίζουν και να γελούν ξέγνοιαστοι. Τους έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια. Γέλαγαν δυνατά. Ναι, σίγουρα το έκαναν δυνατά. Όμως εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ο ήχος είχε παγώσει. Μπροστά μου, ξετυλίγονταν εικόνες η μία μετά την άλλη σαν να έβλεπα βουβό κινηματογράφο. Εικόνες θαμπές, άχρωμες.

Μέχρι που κάποια στιγμή όλα άλλαξαν. Τότε ήταν που ξεχώρισα τη φωνή του Απόστολου. Τον άκουσα να φωνάζει το όνομά της. Την διέκρινα πεντακάθαρα ανάμεσα σε τόσες άλλες. Η ψυχή μου, γέμισε με την ελπίδα πως την είχε βρει. Άρχισα να τον αναζητώ ακολουθώντας τον ήχο της φωνής του ώσπου τον είδα να την κρατά από το χέρι και να κατευθύνονται προς την ομπρέλα που βρισκόταν και η υπόλοιπη παρέα.

Μόλις έφτασα κοντά τους, εκείνος την άφησε σαν να μου την παρέδιδε. Το ξέρω, είχε την ίδια αγωνία με εμένα μόνο που εγώ δεν μπορούσα να διαχειριστώ αυτή την κατάσταση. Αρνιόμουν να παραδεχτώ πως έχασα το σπλάχνο μου.

Το προσωπάκι της Λυδίας ήταν τρομαγμένο αλλά ταυτόχρονα και πολύ θυμωμένο. Δεν άντεξα να την μαλώσω. Η καρδιά μου αρνιόταν πεισματικά να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν της είπα απολύτως τίποτα. Έπεσα στα γόνατα σαν χάρτινο οχυρό και αγκάλιασα την κόρη μου τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα αρχίσει να κλαίει από τον πόνο. Δεν ήθελα κανένας να την πάρει μέσα από τα χέρια μου. Δεν ήθελα να πάθει τίποτα το μικρό μου κοριτσάκι και τώρα να, το κρατούσα μέσα στην αγκαλιά μου και έκλαιγα.

«Μη μου το ξανακάνεις ποτέ αυτό!»

Παρόλο που εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Έστεκε εκεί μουδιασμένη, ακίνητη δίχως να παραπονιέται πως την πονάω.

Όλη την υπόλοιπη μέρα, την πέρασα καθισμένη στην ξαπλώστρα. Το βλέμμα μου, ήταν σταθερά καρφωμένο επάνω στα παιδιά μου. Η καρδιά μου, συνέχισε να χτυπά σε γρήγορους ρυθμούς. Ακόμη φοβόμουν. Δεν είχε σημασία που δεν μου την είχε αρπάξει κανείς. Έστω και για λίγο την είχα χάσει μέσα από την αγκαλιά μου και αναλογιζόμενη στο τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στο κοριτσάκι μου, ένιωθα φοβερές τύψεις που την άφησα έστω και για λίγα λεπτά, για να κάνω μία βουτιά.

Τι μάνα ήμουν εγώ;

Σίγουρα κακή. Δεν ήμουν καλή μάνα. Το παραδέχτηκα η ίδια στον εαυτό μου. Δεν άξιζα τον τίτλο της μάνας. Έχασα το παιδί μου, μέσα από τα ίδια μου τα χέρια.

Εκείνη την ημέρα έδωσα μια ακριβή υπόσχεση στον εαυτό μου. Να μην αφήσω ποτέ και κανέναν να πειράξει τα παιδιά μου.

Όταν τα πράγματα ηρέμησαν της εξήγησα τι ακριβώς είχε συμβεί. Το λουλούδι μου, έδειξε να καταλαβαίνει μα το παιδικό της μυαλό δεν μπορούσε να χωρέσει την δική μου αγωνία.

Την αγωνία της μάνας.

 

Για την ομάδα του Authoring Melodies

Μαρία Φώσκολου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά