Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Κάθε οικογένεια έχει στους κόλπους της  ένα «καλό  παιδί». «Μα τι καλό  παιδί!» λένε όλοι και του φορτώνουν ανενδοίαστα περίσσιες αγγαρείες και καθήκοντα που μετά βίας σηκώνει. Και μπορεί ν’ αγανακτεί, να θυμώνει, να πικραίνεται, αλλά δεν αντιστέκεται. «Δεν ξέρει τι πάει να πει όχι», λένε ανερυθρίαστα οι δικοί του παραβλέποντας το τεράστιο ΟΧΙ που γράφει η ψυχή του. Παραβλέποντας τον ίδιο, σαν να μην έχει ανάγκες. Κι εξακολουθούν να τον φορτώνουν λες και δοκιμάζουν τα όρια αντοχής του. Κι εκεί που νομίζεις πως θα εκραγεί, έκπληκτος διαπιστώνεις πως τα δικά του όρια διαθέτουν τεράστια ελαστικότητα. Αντέχει κι άλλο! Το «πως» μόνο η ψυχούλα του το ξέρει.

Αυτή η ψυχούλα που γαλουχήθηκε από νωρίς να θέτει τις ανάγκες των υπολοίπων πάνω από τις δικές του. Που ασκήθηκε να είναι «υπό», να μην διεκδικεί, μόνο να προσφέρει. «Έλα τώρα, εσύ που είσαι τόσο καλό παιδί, κάνε μου τη χάρη», κι οι χάρες δεν έχουν τελειωμό! Ή το άλλο το ανεκδιήγητο, «μην με στεναχωρείς κι εσύ!» Αφού τα καλά παιδιά, όπως είναι γνωστό, δεν έχουν δικαίωμα να στεναχωρούν κανέναν άλλον πλην του εαυτού τους. Λες και γεννήθηκαν με προκαθορισμένο προορισμό, να είναι οι αποδέκτες των προβλημάτων και των ιδιοτροπιών του περιβάλλοντος τους. Και παρά την ταλαιπωρία και τα βάσανα που περνούν, η μόνη τους αγωνία είναι μην τυχόν και δεν εκπληρώσουν τις προσδοκίες των άλλων. Μη και χάσουν τον τίτλο του «καλού παιδιού» που τους φορτώθηκε, γιατί τότε η ορφάνια τους θα γίνει ορατή, δεν θα κρύβεται πίσω από αιτιολογήσεις αγάπης. Μιας και η «αγάπη» κάνει φτερά μόλις σηκώσουν κεφάλι.

Καμία κατανόηση απέναντι τους. Ξοδεύτηκε όλη προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα «κακά παιδιά», τα ανικανοποίητα. Εκείνα που δεν ευχαριστιούνται με τίποτα, που όλο απαιτούν, θυμώνουν, γίνονται προσβλητικά, υποτιμητικά, αγενή. Εκείνα που απλόχερα σκορπίζουν στεναχώριες κι όταν υπάρχει ήδη ένα «κακό» παιδί στο σπίτι, δεν έχουν χώρο για δεύτερο.

Και «κακό», είναι συνήθως το παιδί που έχει προηγηθεί. Το πρώτο, στο οποίο πέφτουν όλοι επάνω με τη μούρη, που το πνίγουν με την ανησυχία, τη φροντίδα και την αγάπη τους. Όλα στην υπερβολή. «Άλλος παιδί δεν έκανε παρά η Μαριώ το Γιάννη», κι ο μικρός δικτατορίσκος είναι έτοιμος. Όταν καταλάβουν το λάθος τους και προσπαθήσουν να το διορθώσουν, διαπιστώνουν πως είναι αργά. Κι ο λόγος είναι απλός. Το βλαστάρι τους διαθέτει το υπερόπλο της επιμονής, ενώ η δική τους εξαντλήθηκε στην προσπάθεια ν’ ανταποκριθούν στις αυξημένες υποχρεώσεις. «Γιατί του κάνεις όλα τα χατίρια;». Τα βάζει ο ένας γονιός με τον άλλον. «Γιατί δεν αντέχω τη γκρίνια του», ή την κλάψα, ή τη μουρμούρα, ή…  Όποιο κι αν είναι το αδύνατο σημείο των γονιών, το παιδί το έχει εντοπίσει και χτυπάει αλύπητα. Κι εκείνοι υποχωρούν γιατί δεν αντέχουν! Ίσως, πάλι, να έχουν ανάγκη από ένα «δύσκολο» παιδί. Ένα παιδί που τους ταλαιπωρεί και τους βασανίζει, γίνεται  το άλλοθι τους. Πίσω του κρύβεται η δική τους ανεπάρκεια κι ανωριμότητα. Ίσως γι’ αυτό νιώθουν εσαεί την ανάγκη να το υπερασπίζονται.

Αυτήν την αντίφαση -την υποχωρητικότητα ως προς το πρώτο, την αδιαλλαξία ως προς το δεύτερο- βιώνει το τελευταίο που δικαιολογημένα αισθάνεται  αδικημένο. Μα η αδικία είναι ένα σχετικά διαχειρίσιμο συναίσθημα, αφού ως εξόφθαλμη γίνεται κι εύκολα αντιληπτή. Ο πραγματικός κίνδυνος ελλοχεύει στα υπόλοιπα συναισθήματα,  τα υποδόρια, αυτά που κρατούν πολλούς ζεμένους σε ξένες άμαξες, διαμορφώνοντας χαρακτήρες και στάσεις ζωής. Όπως η υποχωρητικότητα μπροστά στο άδικο, στο παράλογο, στην εξουσία. Η απεμπόληση ατομικών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων, η έλλειψη μαχητικότητας, διαπλάθουν τον πολίτη-πιόνι. Εκείνον που εύκολα θα ταχθεί στην υπηρεσία του πρώτου επηρμένου, εγωιστή, ισχυρογνώμονα φωνακλά. Χαρακτηριστικά που του είναι γνώριμα. Εκείνα που του είναι δυσανάγνωστα είναι όσα έχει απωθήσει. Συναισθήματα όπως η οργή, ο θυμός, η πίκρα, η δυσπιστία, ο φόβος,  ενυπάρχουν, αλλά βρίσκονται στις σκοτεινές γωνιές της ψυχής, τις μη ευανάγνωστες. Και παρά το γεγονός ότι προσπαθούν να τον αφυπνίσουν με  κάτι πόνους στο κεφάλι ή στο στομάχι, με κάτι «δεν ξέρω τι μου φταίει» που του χαλά τη διάθεση, με κάποιες στιγμές που χωρίς προφανή λόγο θα ήθελε να κτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο…, δεν καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει τα σημάδια. Αντίθετα, η ψυχολογία του επιβαρύνεται από ενοχές και τύψεις που ακολουθούν τις μικρές του επαναστάσεις, όταν σηκώνοντας ανάστημα τολμά να προτάξει τα δικά του «θέλω».

Δύσκολα όμως μπορούν τα «καλά παιδιά» να ξεφύγουν από το ρόλο που τους ανατέθηκε, επειδή μέσα απ’ αυτόν αυτοπροσδιορίζονται κι αναγνωρίζονται. Συνήθως μένουν δέσμια σε μια ζωή αυτοκριτικής και αυτοελέγχου των πράξεων, των κινήσεων, των λόγων τους.  Μια ζωή σε απολογία, επειδή δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να ξεδιπλώσουν τον πραγματικό τους εαυτό. Δεν ένιωσαν την ελευθερία του «αυτός είμαι!» Δεν βίωσαν το μεθύσι που σε συνεπαίρνει όταν ακολουθείς κι εκφράζεις ελεύθερα την πραγματική σου φύση.

«Καλά μου παιδιά», το κείμενο αυτό γράφτηκε σε μια προσπάθεια να επιστήσω την προσοχή σας στις καταστροφικές συνέπειες που έχει ο χαρακτήρας σας πάνω στην υγεία σας, ψυχική και σωματική! Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι όταν η ψυχή υποφέρει, αργά ή γρήγορα θα νοσήσει το σώμα. Γι’ αυτό προσπαθήστε ν’ αλλάξετε. Άμεσα! Να γίνετε επιτέλους και λίγο «κακά παιδιά». Σας διαβεβαιώνω πως θα σας αρέσει σε τέτοιο βαθμό, που θ’ απορήσετε με τους εαυτούς σας!  Με το πως γινόταν να ζείτε τόσο υποταγμένοι, τόσο σκυφτοί, τόσο σιωπηλοί και αόρατοι!

Για την ομάδα του Authoring Melodies

Νούλη Τσαγκαράκη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά