Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

ΓΙΟΧΑΝΣ ΒΕΡΜΕΡ

 

     Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΤΣΕΒΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ

Για τον Γιοχάνες Βερμέερ και την ζωή του δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες, ωστόσο από τα αρχεία
της εποχής, κυρίως νομικά έγγραφα, γνωρίζουμε πως βαπτίστηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1632 στην
πόλη Ντελφτ της Ολλανδίας.
Γονείς του ήταν η Ντίχνα Μπάλτενς και ο Ρεϊνιέρ Γιανζ ενώ, από τα αρχεία της εκκλησίας, φέρεται πως ο
Γιοχάνες Βερμέερ είχε μια μεγαλύτερη αδερφή, η οποία βαπτίστηκε το 1920. Ο πατέρας του, ο οποίος
ανήκε στην μεσαία τάξη, ήταν έμπορος μεταξιού και αργότερα ενοικιαστής και ιδιοκτήτης πανδοχείων.
Στο ιδιόκτητο πανδοχείο του στο Ντελφτ, η πελατεία του ήταν ως επί το πλείστον μέλη της αστικής τάξης
και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί καλλιτέχνες, κυρίως ζωγράφοι. Τα έργα, αυτών των καλλιτεχνών,
φαίνεται πως κέντρισαν το ενδιαφέρον του πατέρα του μεγάλου ζωγράφου.

 

Έτσι, είναι πολύ πιθανό αυτό το περιβάλλον να επηρέασε τον μικρό Γιοχάνες, ο οποίος σύντομα στράφηκε στην ζωγραφική.

Ο Γιοχάνες Βερμέερ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ολλανδούς ζωγράφους της «Χρυσής
εποχής». Στη σύντομη ζωή του φιλοτέχνησε λιγότερα από πενήντα έργα, από τα οποία έχουν διασωθεί
μόνο τα τριάντα τέσσερα.

Τα έργα του είναι κυρίως προσωπογραφίες και τοπιογραφίες, με την καθημερινή ζωή και κυρίως τις γυναίκες να χαρακτηρίζουν έντονα την θεματολογία του.

Ο Βερμέερ, μέσα από τα μοναδικά του χρώματα και τους ρεαλιστικούς παιχνιδισμούς ανάμεσα στο φως και στη σκιά, καταφέρνει να μετατρέψει στα έργα του τις καθημερινές γυναίκες σε μαγικές, σχεδόν αιθέριες υπάρξεις
και τις απλές πράξεις τους να μοιάζουν με ιεροτελεστία.Σχετικά με την εκπαίδευση του μεγάλου
Ολλανδού ζωγράφου επίσης δεν υπάρχουν πληροφορίες.

 

Είναι όμως γνωστό πως υπήρξε μέλος της συντεχνίας των ζωγράφων του Αγίου Λουκά από το 1653 στην οποία, για να γίνει κάποιος δεκτός, βασική προϋπόθεση ήταν η εξαετής εκπαίδευση κοντά σε αναγνωρισμένο καλλιτέχνη της ίδιας της συντεχνίας.

Παραμένει επίσης άγνωστος ο εκπαιδευτής του Γιοχάνες Βερμέερ και μόνο υποθέσεις έχουν γίνει για το ποιος μπορεί να ήταν.έχουν προταθεί οι ζωγράφοι Λέονερτ Μπράμερ (1594-1674) και Κάρελ Φαμπρίτιους (1622-1654)[16]. Ο τελευταίος υπήρξε επίσης μέλος της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά από το 1672 αλλά και μαθητής του Ρέμπραντ.

Τον Απρίλιο του 1653, ο Βερμέερ νυμφεύτηκε την Καταρίνα, κόρη εύπορης οικογένειας. Υπάρχουν
πληροφορίες πως, προκειμένου να λάβει χώρα ο γάμος, ο σπουδαίος ζωγράφος χρειάστηκε να
ασπαστεί το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, ενώ προηγουμένως υπήρξε καλβινιστής.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό το γεγονος.Ο Γιοχάνες και η Καταρίνα φέρεται πως για κάποιο διάστημα έζησαν στο πανδοχείο που ο ζωγράφος είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Αργότερα, εγκαταστάθηκαν στο
πλούσιο και ευρύχωρο σπίτι της πεθεράς του στο Άουντε Λάνχενταϊκ ή «Συνοικία των Παπιστών», όπως
ήταν γνωστή η περιοχή. Μάλιστα λέγεται πως στο μπροστινό δωμάτιο του δευτέρου ορόφου του
συγκεκριμένου σπιτιού, ο Βερμέερ ζωγράφισε τα περισσότερα από τα έργα του, ως το τέλος της ζωής
του.

To ζευγαρη αποκτησε δεκαπέντε παιδιά, από τα οποία τεσσερα πέθαναν πριν βαπτιστουν.

Σχετικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα είναι πολύ πιθανό ο Γιοχάνες Βερμέερ να συνέχισε να λειτουργεί το πανδοχείο της οικογένειάς του.

Παράλληλα, ασχολήθηκε με το εμπόριο έργων τέχνης και, σε σχέση με αυτή του την δραστηριότητα, ήταν ιδιαιτέρως γνωστός στον κύκλο των καλλιτεχνών και των συλλεκτών.

Η φήμη του, επίσης, ως εκτιμητή έργων τέχνης ήταν μεγάλη. Μάλιστα, κλήθηκε το 1672 στην Χάγη, από τον εκλέκτορα του Βρανδεμβούργου, Φρειδερίκο Γουλίελμο, για να εκτιμήσει τη συλλογή έργων τέχνης του εκλέκτορα.

Η συλλογή πιστοποιήθηκε ως γνήσια από τον Γιοχάνες Βερμέερ.Στο διάστημα της δημιουργικής και επαγγελματικής ζωής του, φαίνεται πως ο Ολλανδός ζωγράφος,
φιλοτεχνούσε δύο ή τρία έργα κάθε χρόνο, τα οποία δεν διέθετε προς πώληση αλλά κυρίως για να διατηρεί την φήμη του και τις επαφές του στους καλλιτεχνικούς κύκλους.

Τα έργα του Γιοχάνες Βερμέερ είναι, κυρίως, γυναικεία πορτρέτα, με εξαίρεση δύο αστικά τοπία, καθώς
και δύο αλληγορίες. Η θεματολογία του βασίζεται στην καθημερινή ζωή της Ολλανδικής κοινωνίας,
ιδιαιτέρως της μεσαίας τάξης του δεκάτου εβδόμου αιώνα και κυμαίνεται από την απεικόνιση μιας
καθημερινής εργασίας στο σκηνικό ενός μεσοαστικού (εσωτερικού ή και εξωτερικού) χώρου, ως το
μεγαλείο και την πολυτέλεια των ευρύχωρων σπιτιών των πλούσιων εμπόρων της εποχής
του.Θρησκευτικά, μουσικά, επιστημονικά και ποιητικά θέματα κατέχουν επίσης σημαντική θέση στα έργα
του.

Επομένως, η ζωγραφική του Γιοχάνες Βερμέερ συνοψίζεται κυρίως σε ρωπογραφίες και ηθογραφίες.
Επίσης έντονο είναι και το στοιχείο των ανθρώπινων παθών.

Σύμφωνα με την τάση της εποχής του, η αμαρτία καταδικάζεται και στον αντίποδα σκοπός είναι να διδάσκεται και να εκφράζεται η ενάρετη ζωή.

Ο ίδιος πάντως, συχνά μέσα από τα έργα του, διακωμωδούσε κυρίως την οποιασδήποτε αποκλίνουσα
συμπεριφορά, ενώ προσπαθούσε λιγότερο στο να αποτελέσουν οι πίνακές του πρότυπο μίμησης.

Οι γυναίκες, συνήθως νεαρής ηλικίας, είναι εντυπωσιακά φιλοτεχνημένες σε όλα του τα έργα, ούσες το
κυρίαρχο θέμα στην πλειονότητα των έργων του. Αν και οι γυναίκες παρουσιάζονται απλές και
καθημερινές, μέσα στα πορτρέτα του, εκτελώντας καθημερινές και συνηθισμένες εργασίες και
δραστηριότητες, ωστόσο μέσα από την τέχνη του, καταφέρνει να τις μετατρέψει σε αιθέριες, μαγικές
υπάρξεις.

Θαρρεί κανείς πως τις χαϊδεύει με το πινέλο του, αλείφοντάς τις και ντύνοντάς τις με τα
εξαιρετικής ποιότητας χρώματα που επέλεγε.


Επιπλέον, η απόδοση του φωτός στους πίνακές του, είναι θαυμαστή και ρεαλιστική και επιτυγχάνεται
εξαιρετικά με τις έντονες αντιθέσεις των χρωμάτων.
Αν και ο Γιοχάνες Βερμέερ υπήρξε φτωχός σε όλη του τη ζωή, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε υλικά και χρώματα πανάκριβα και εκλεπτυσμένης ποιότητας.

Χρησιμοποιούσε πολύ συχνά και σε αφθονία υπεραμαρίνη, καθώς και ώχρες, αζουρίτη, ινδικό κίτρινο, λευκή μόλυβδο και άλλα ακριβά υλικά.

Στο έργο του έχουν εντοπιστεί περίπου 20 χρωστικές ουσίες.

Τα σπουδαία έργα του Γιοχάνες Βερμέερ βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα στα μουσεία και τις πινακοθήκες του κόσμου, όπως το μουσείο του Λούβρου, το μουσείο ιστορίας τέχνης της Βιέννης, το μητροπολιτικό μουσείο της Νέας
Υόρκης, την πινακοθήκη του Βερολίνου και αλλού. Ορισμένα μόνο έργα βρίσκονται στην πατρίδα του
ζωγράφου, την Ολλανδία, στο μουσείο Μαουριτσχάους της Χάγης και στο Ρέικσμουζεουμ στο
Άμστερνταμ.«Ο Χριστός στο σπίτι της Μάρθας και της Μαρίας», «Η μαστροπός», «Το κορίτσι με το
μαργαριταρένιο σκουλαρίκι», «Ο στρατιώτης και η χαμογελαστή κοπέλα», «Γυναίκα στα μπλε που
διαβάζει γράμμα», «Η γυναίκα με το μαργαριταρένιο κολιέ», «Η λαουτίστρια», «Γυναίκα με ζυγαριά» είναι
μόνο λίγα από τα τριάντα τέσσερα συνολικά (κατ’ άλλους περισσότερα) σωζόμενα έργα του Βερμέερ
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο σπουδαίος ζωγράφος βρέθηκε, δυστυχώς, σε δεινή θέση ως προς
τα οικονομικά του. Ο πόλεμος που ξέσπασε το 1672 ανάμεσα στην Ολλανδία και την Γαλλία έφερε την
απόγνωση στην, έτσι κι αλλιώς, δύσκολη κατάστασή του, καθώς πάντοτε του ήταν δύσκολο να
συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του.
Συνεπεία αυτών των γεγονότων ήταν ο ίδιος να πέσει σε κατάθλιψη, ενώ η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν συνεχώς.

Έφυγε από την ζωή στις 15 Δεκεμβρίου του 1675 και ετάφη στον οικογενειακό του τάφο στο Ντελφτ.
Αν και όσο ζούσε, ο μεγάλος καλλιτέχνης απολάμβανε τον έπαινο και τον θαυμασμό των ανθρώπων, μετά τον θάνατό του ο ίδιος και το έργο του έπεσαν στην λήθη.

Η σύζυγός του Κατάρίνα απέδωσε τον θάνατο του συζύγου της στο άγχος των οικονομικών πιέσεων.

Η κατάρρευση της αγοράς της τέχνης έβλαψε την επιχείρηση του Γιοχάνες Βερμέερ, ως ζωγράφου και
εμπόρου τέχνης.

Έπρεπε να μεγαλώσει έντεκα παιδιά και ως εκ τούτου ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο να την απαλλάξει από τα χρέη που οφειλόταν στους πιστωτές του συζύγου της.

Ωστόσο, τελικά ένας υπάλληλος, που εργαζόταν στο δημοτικό συμβούλιο ως επιθεωρητής, ανέλαβε την
υπόθεση και διορίστηκε διαχειριστής. Το σπίτι είχε οκτώ δωμάτια στον πρώτο όροφο, στα οποία ό,τι
υπήρχε καταγράφηκε σε μια απογραφή, που πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες μετά το θάνατο του
Βερμέερ.Δεκαεννέα, από τους πίνακες του Βερμέερ, κληροδοτήθηκαν στην Καταρίνα και τη μητέρα της.

Η χήρα πούλησε αρκετούς πίνακες για να εξοφλήσει σημαντικό μέρος του χρέους.Ο Βερμέερ ήταν ένας
σεβαστός καλλιτέχνης στο Ντελφτ, αλλά ήταν σχεδόν άγνωστος έξω από την πατρίδα του. Ένας μόνο,
τοπικός άρχοντας, αγόρασε μεγάλο μέρος του έργου, κι αυτό το γεγονός μείωσε την πιθανότητα
διάδοσης της φήμης του.

Καθώς το έργο του αριθμούσε λίγους μόνο πίνακες, δεν βρέθηκε κάποιος άλλος να τους αγοράσει.

Έτσι, εξαιτίας των χρεών τόσο ο ζωγράφος όσο και τα έργα του ξεχάστηκαν για σχεδόν δύο αιώνες.

Το 18ο αιώνα (1866), ο Γάλλος πολιτικός και κριτικός Θεοφίλ Θορέ (Theophile Bürger-Thoré), ο οποίος με
την εμφάνιση του εμπρεσιονισμού έδειξε να ενδιαφέρεται για την Ολλανδική ζωγρφική του 17ου αιώνα,
παρουσίασε το δοκίμιό του για την θεωρία των εμπρεσιονιστών. Θέμα του δοκιμίου ήταν το χρώμα ως συνάρτηση του φωτός και την αρμονία των χρωμάτων στα έργα του Βερμέερ.

Έτσι, το έργο του σπουδαίου Ολλανδού ζωγράφου της «Χρυσής Εποχής», εκτιμήθηκε όπως του άξιζε και, ευτυχώς
αναδείχθηκε και πάλι.
ΤΟ ΚΟΡΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΟ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ.

Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι ή όπως έχει ειπωθεί η “Μόνα Λίζα του Βορρά” είναι από τα πιο όμορφα πορτραίτα που έχουν δημιουργηθεί, συνεπώς κι ένα από τα αριστουργήματα του Μπαρόκ,
μιας και εκεί “ανήκει”.

Δημιουργήθηκε μάλλον το 1665 από τον Johannes Vermeer και απεικονίζει μία κοπέλα με ένα καφέ ένδυμα κι ένα τουρμπάνι. Ξεχωριστή αίσθηση κάνει το μεγάλο σκουλαρίκι που φορά
στο αυτί της. Το έργο είναι λάδι σε καμβά, με ύψος 44,5 cm και 39 cm πλάτος ενώ φέρει την υπογραφή “IVMeer”

Η αρχική ονομασία του πίνακα ήταν “το κορίτσι με το τουρμπάνι”, γεγονός που δεν άλλαξε
μέχρι και τα μέσα του εικοστού αιώνα. Το εικονιζόμενο κορίτσι πιστεύεται ότι είναι η μεγάλη κόρη του ζωγράφου, Μαρία, στην ηλικία των δώδεκα ή δεκατριών ετών. Αυτή η υπόθεση πηγάζει από τα κοινά χαρακτηριστικά του προσώπου τα οποία εμφανίζονται και σε άλλα έργα του Vermeer.

Όμως, οι διαφορετικές τεχνικές στην απόδοση των γυναικείων προσώπων και ο διαφορετικός φωτισμός αυτών δυσκολεύει το έργο της αναγνώρισης, κάνοντας μας να διατηρούμε τις αμφιβολίες μας περί της ταυτότητας του εικονιζόμενου κοριτσιού.

Αν και η επικρατούσα θεωρία θέλει στον πίνακα να είναι η κόρη
του, δε πρέπει να αγνοούμε ότι υπάρχει η φήμη πως το κορίτσι του πίνακα είναι μία δεκαεξάχρονη
υπηρέτρια με το όνομα Χριτ, την οποία ο Vermeer ερωτεύτηκε παράφορα αλλά έμεινε -μάλλον- σε
πλατωνικό επίπεδο ο έρωτας αυτός, εξαιτίας της μεγάλης διαφοράς ηλικίας που είχαν.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η Χριτ ξεκινάει να δουλεύει ως υπηρέτρια στο σπίτι του ζωγράφου, ενώ έρχεται και σε επαφή με την τέχνη του.

Η γοητεία που της άσκησε η ζωγραφική του Vermeer ήταν τεράστια, ξεκινάει παράλληλα να ποζάρει σαν μοντέλο στον καλλιτέχνη, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μίας ιδιαίτερα ερωτικής ατμόσφαιρας μεταξύ τους. Αν και αποδείξεις για τον έρωτα τους δεν υπάρχουν, στην πόλη μόνο και μόνο η οικειότητα που έχουν μεταξύ τους, δημιουργεί σκάνδαλο και φήμες σχετικά με τον ήδη πολύ γνωστό ζωγράφο και τη νεαρή υπηρέτρια.

Σαφώς αυτός ο αναβρασμός δε θα μπορούσε να μην επηρεάσει τις ισορροπίες του σπιτιού, με τη γυναίκα του να εκδηλώνει ξεκάθαρα την απέχθεια της προς την Χριτ. Με την παρέμβαση του ζωγράφου όμως και την ανοχή που έδειχνε η νεαρή κοπέλα συνεχίζει
να δουλεύει στο σπίτι και συγκεκριμένα στο ατελιέ του Vermeer διατηρώντας το καθαρό, ενώ συμμετέχει
και στην προετοιμασία των χρωμάτων, την ίδια ώρα ο ζωγράφος την μυεί στον κόσμο της τέχνης του.

Όταν το έργο για το οποίο σήμερα μιλάμε και σύμφωνα πάντα με αυτή την εκδοχή είχε πάρει το δρόμο
του, ο Vermeer ζήτησε από την Χριτ να τρυπήσει τα αυτιά της και να φορέσει τα μαργαριταρένια
σκουλαρίκια της γυναίκας του. Το έργο ολοκληρώθηκε μ’ αυτή την τελευταία παρέμβαση του ζωγράφου.
Το ίδιο βέβαια και η σχέση τους μετά από τρομερές πιέσεις, οι οποίες εντάθηκαν μετά την ανακάλυψη
του πορτραίτου από την γυναίκα του ζωγράφου, Καταρίνα και την αποβολή του έβδομου παιδιού τους.

Η Χριτ φεύγει από το σπίτι και παντρεύεται έναν χασάπη, διακόπτει τις επαφές της με την οικογένεια και
τον Vermeer. Η τελευταία φορά που οι ζωές τους συναντήθηκαν είναι, όταν ο ζωγράφος πέθανε και στη
διαθήκη του της άφησε τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια, τα οποία η ίδια πούλησε για να ξεπληρώσει τα
χρέη του άντρα της προς την οικογένεια του καλλιτέχνη.

Ίσως να μη μάθουμε ποτέ ποιο είναι το πραγματικό κορίτσι του πίνακα, ίσως έτσι πάλι να είναι καλύτερα για τη φαντασία των ανθρώπων.

Το κοριτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρικι,έγινε και ταινια του Χολιγουτ το 2003 σε σκηνοθεσία του Πίτερ
Γουέμπερ και σε σεναριο της Ολίβια Χαντριντ,το οποιο βασίστηκε στο ομώνυμο μυθηστόρημα της Τρείσι
Κέβαλιερ.Στο ρολο του ζωγραφου Βερμέρ ο Κόλιν Φερθ και της υπηρέτριας Χριτ και πέτρα του
σκανδάλου η Σκάρλετ Γιόχανσον.

ΑΠΟ ΤΗΝ  ΜΑΡΙΑ ΤΣΕΒΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΛΑΜΙΝΙΩΝ ΒΗΜΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά