Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

ΟΓΚΥΣΤ ΡΟΝΤΕΝ [Ο ΑΥΤΟΔΙΔΑΚΤΟΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΓΛΥΠΤΗΣ]

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΤΣΕΒΑ – ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ 

Ο Φρανσουά Ογκύστ Ρενέ Ροντέν γεννήθηκε στο Παρίσι στις 12 Νοεμβρίου του 1840.Ο
πατέρας του Ζαν Μπατίστ Ροντέν καταγόταν από φτωχική οικογένεια και ήταν αστυνομικός
υπάλληλος,που από νωρίς ενθάρρυνε τον Ογκύστ να ασχοληθεί με την τέχνη.
Από νεαρή ηλικία επέδειξε ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και 10 ετών άρχισε τα πρώτα του
μαθήματα.Σε ηλικία 13 ετών σπούδασε σχέδιο και πλαστική,αλλά στα 17 του προσπάθησε για
πρώτη φορά να μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Απορρίφθηκε τρεις φορές σε ισάριθμους διαγωνισμούς.

Έτσι αποφάσισε να ασχοληθεί με τη διακοσμητική γλυπτική για το προς το ζην.Στην πορεία άρχισε να συνεργάζεται
με τον γλύπτη Καριέ Μπελέζ και το 1864 υπέβαλε το πρώτο του έργο με τίτλο »Ο άνθρωπος με τη
σπασμένη μύτη»το οποίο όμως απορρίφθηκε. Την ίδια χρονιά γνώρισε τη Ροζ Μπερέ,μια ταπεινή
ράφτρα,η οπία έγινε σύντροφος της ζωής του, παρά τις πάμπολλες απιστίες του.

Το ζευγάρι απέκτησε ένα παιδί,τον Ογκύστ Εζέν Μπερέ.Το 1870 ξέσπασε ο Γαλλο-Πρωσικός πόλεμος και ο Ροντέν κλήθηκε να πολεμήσει [1870-1871],αλλά γρήγορα αποστρατεύθηκε λόγω
μυωπίας.

Τότε εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες και ως βοηθός του Καρίε Μπελέζ ασχολήθηκε με
την διακόσμηση δημοσίων κτιρίων.Όταν απολύθηκε άρχισε να φιλοτεχνεί χάλκινα διακοσμητικά
έργα.
Το 1875 ήταν για τον Ροντέν μια χρονιά καθοριστική.Μέχρι τότε δεν είχε διαμορφώσει μια
προσωπική τεχνοτροπία εξαιτίας της ενασχόλησής του με την διακοσμητική γλυπτική.Εκείνη τη
χρονιά επισκεύθηκε την Ιταλία και ήρθε σε επαφή με το έργο του Μιχαήλ Άγγελου και του
Ντονατέλο,τα οποία τον απομάκρυναν από ότι έκανε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Κάτω από αυτές τις επιρροές δημιούργησε το πρώτο του πρωτότυπο έργο,τον »Ηττημένο» που προκάλεσε σκάνδαλο
στους καλλιτεχνικούς  κύκλους των Βρυξελλών και του Παρισιού,όταν εκτέθηκε το 1877,με τίτλο »Η
Εποχή του χαλκού».

Ο ρεαλισμός του έργου ερχόταν σε τόσο μεγάλη αντίθεση,με τα έργα των
σνχρόνων του,ώστε να κατηγορηθεί ότι έφτιαξε το καλούπι του πάνω σε ζωντανό άνθρωπο.
Το 1877 επέστρεψε στη Γαλλία όπου πήρε μια παραγγελία για ένα άγαλμα στο Δημαρχείο του
Παρισιού.

Την επόμενη χρονιά κατασκεύασε τον »Άγιο ΙΩΆΝΝΗ ΤΟΝ Βαπτιστή»,ένα έργο που
επαινέθηκε απίστευτα,μαζί με »Την Εποχή του χαλκού» και εκτόξευσαν τη φήμη του,στα ύψη σε
ηλικία μόλις 40 ετών.Κάποιες μαζικές κρατικές παραγγελίες τον ανακούφισαν οικονομικά και του
δημιούργησαν την άνεση να ανοίξει δύο εργαστήρια.

Το 1884 η πόλη του Καλαί,του ανέθεσε να κατασκευάσει ένα μνημείο,που θα αποθανάτιζε τη θυσία των αστών της,οι οποίοι πρόσφεραν τους εαυτούς τους ως ομήρους στον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Γ,προκειμένου εκείνος να λύσει την πολιορκία του Καλαί,το οποίο λιμοκτονούσε.

Ο Ροντέν τελείωσε το έργο σε δύο χρόνια,»Οι Αστοί του Καλαί». Το χάλκινο εκμαγείο του έργου,στήθηκε στους κήπους του Βρετανικού Κοινοβουλίου στο Λονδίνο.

Σε μια εποχή δόξας και θριάμβων για τον καλλιτέχνη,η προσωπική του ζωή υπήρξε
πολυτάραχη,εξαιτίας των πολυάριθμων ερωτικών δεσμών του.Το 1864-1943,ερωτεύθηκε τη
μαθήτρια του Καμίλ Κλοντέλ.Το θυελλώδες  ειδύλλιο τους είχε τραγική κατάληξη,με την κρίση
τρέλας της καμίλ το 1896.

Την περίοδο αυτή ο Ροντέν φιλοτέχνησε πολλά γλυπτά,συμπλέγματα
ζευγαριών,με πιο αισθησιακό »Το Φιλί»που θεωρείται από πολλούς το αριστούργημα του.Το
1886 έλαβε την παραγγελία για ένα άγαλμα του Βίκτωρος Ουγκό,στο Παρίσι.

Το πρώτο σχέδιο με τον ποιητή γυμνό προκάλεσε σκάνδαλο και εγκαταλείφθηκε.

Μόλις το 1091 η δεύτερη παραλλαγή του του αγάλματος με τον Ουγκό γυμνό,αλλά καθιστό,έγινε δεκτό και τοποθετήθηκε στη στοά Ρουαγιάλ στο Παρίσι.

Το 1900 στη Διεθνή έκθεση του Παρισιού που συνέπεσε με τους δεύτερους Ολυμπιακούς
Αγώνες,στήθηκε ένα περίπτερο με 150 γλυπτά και σχέδια του Ροντέν,επιβεβαιώνοντας την
παγκόσμια φήμη του.

Τα επόμενα χρόνια έλαβε πληθώρα παραγγελιών,από τις ΗΠΑ,Αγγλία,Αυστρία,Γερμανία και Γαλλία.Ο ίδιος τότε λειτουργούσε περισσότερο ως εργολάβος παρά ως γλύπτης.Έφτιαχνε μόνο τα προπλάσματα των έργων του στο εργαστήριο του στο Μεντόν και οι πολυάριθμοι βοηθοί του,αναλάμβαναν την ολοκλήρωση των έργων κάτω από την καθοδήγησή του.

Το 1907 το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα,πιστοποιώντας έτσι την μεγάλη φήμη του στην Αγγλία.

Το 1908 ήρθε σε συμφωνία με το Γαλλικό κράτος,το οποίο αγόρασε το Μέγαρο Μπιρόν,ένα από
τα ομορφότερα Παρισινά κτίρια,του 18ου αιώνα το οποίο μετατράπηκε σε Μουσείο Ροντέν,με
αντάλλαγμα τη δωρεά όλων των έργων του στο Γαλλικό κράτος.Ο Ροντέν εκτος από τη γλυπτική
ασχολήθηκε με τις εικονοραφήσεις βιβλίων,τη χαρακτική,και τη φιλοτέχνηση,αμέτρητων σχεδίων
με γυναικεία γυμνά.

Στις αρχές του 1917 προσβλήθηκε από σοβαρής μορφής γρίπη,που τον κατέβαλε.

Στις 29 Ιανουαρίου παντρεύτηκε την επί 53 χρόνια σύντροφό του Ροζ Μπερνέ,η οποία πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα,στις 16 Φεβρουαρίου.

Στις 17 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ήταν η σειρά του Ογκύστ Ροντέν να εγκαταλείψει τα εγκόσμια,σε ηλικία 77
ετών.

Τάφηκε στο εργαστήριό του,στο Παρισινό προάστιο του Μεντόν.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΛΑΜΙΝΙΩΝ ΒΗΜΑ ΜΑΡΙΑ ΤΣΕΒΑ 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά