Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

«Ένα ταξίδι στην αντίπερα όχθη, στα χωριά της Προύσας».     

  Κοτζαερίδης Γεώργιος

Φέρνω στο μυαλό μου την όμορφη εικόνα που έβλεπα όταν επέστρεφα από το σχολείο… ο παππούς να κάθεται πάνω σε ένα κιλίμι, κοντά στην πόρτα του σπιτιού και δίπλα του η γιαγιά Φωτακίνα, η τσακίρα, με τα πανέμορφα γαλάζια μάτια. Γύρω τους σχεδόν πάντα συγκεντρωμένη η ίδια όμορφη παρέα.

Η παραμυθατζού της γειτονιάς, η γιαγιά η Μεταξού, που καταγόταν και αυτή από τα Κουβούκλια. Η θεία η Γραμμάτα από το Ταχταλή, πιο εκεί η γιαγιά η Ευρυδίκη η Κακλάβα, που πέθανε 100 χρονών και η θεία η Μανουσαρίνα, από την Κουρούντερε του Ατάπαζαρ, η μοναδική Ποντία.

Αγαπημένη συνήθεια του παππού να διηγείται στις «κοτούλες» του -όπως τις αποκαλούσε – τις ιστορίες για το χωριό του, τα Κουβούκλια, για τα ανδραγαθήματά του στο Μικρασιατικό πόλεμο, αλλά και αργότερα ενάντια των Γερμανών και στον εμφύλιο, ενάντια στους κομμουνιστές. Ήταν ήρωας ο παππούς μου και όταν, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου τραυματίσθηκε σοβαρά και έχασε το ένα του μάτι, η «στοργική», όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις πατρίδα, πέταξε στα σκουπίδια τις αιτήσεις του για μια μικρή σύνταξη πολέμου.

Αντί αυτού, του έδωσε παράσημα ανδρείας, τα οποία στολίζουν τώρα τη συλλογή μου. Κάτι είναι και αυτό… μια αναγνώριση ότι οι αγώνες του δεν πήγαν χαμένοι.

Τα βράδια του χειμώνα παρέμενε πάντα ίδιο το σκηνικό ….

Κάθε βράδυ κάναμε νυχτέρια. Κάποιες νύχτες πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς της Μεταξούς, η οποία με τη θυγατέρα της, την Κυρά Παναγιώτα, μας διηγούνταν ατέλειωτα παραμύθια με τον Κέλογλαν, τον Καμπέρ και την Αρζού.

Νυχτέρια βέβαια χωρίς διάφορα μικρασιάτικα εδέσματα και γλυκίσματα δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε. Έτσι η γιαγιά έκανε μουστουκούληκα, χουσμερί, η θεία Μεταξού την περίφημη μπουρμαλού και προς μεγάλη μας ευτυχία, όλο το βράδυ τρώγαμε και τραγουδούσαμε τα Κουβουκλιώτικα τραγούδια:

 

  «Η Σοφιά»

 

Ήτανε ένας γέρος και μια γριά, που είχαν ένα κοριτσάκι,

που το έλεγαν Σοφιά. Η μάνα της τη στέλνει στο σχολειό,

μα η κακιά δασκάλα στο πηγάδι για νερό.

Κοντό σχοινί της δίνει, βαρύ σταμνί, για

ν΄ αργήσει στο πηγάδι, να της εύρη αφορμή.

Μα η κόρη εξυπνούλα και πονηρή,

κόβει τις δυο πλεξούδες κι αβλαντάει το σχοινί.

Και η μάνα της τη βλέπει απ’ τα αργαλειό:

– Σοφία μ’ πούναι τα μαλλιά σου

και οι πλεξούδες σου οι δυό.

– Μάνα μου, συ με στέλνεις στο σχολειό

και η κακιά δασκάλα στο πηγάδι για νερό.

Κοντό σχοινί μου δίνει, βαρύ σταμνί, για να αργήσω

 στο πηγάδι για να μου βρει αφορμή.

Μα η κόρη σου εξυπνούλα και πονηρή.

κόβει τις δυό πλεξούδες και αβλαντάει το σχοινί. 

 Έμ το άλλο, που το τραγουδούσαν μόνο στα Κουβούκλια και το είχαν σαν εθνικό ύμνο – το δημοσίευσε λένε και η εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» της Νέας Υόρκης.

Τι εθνικό ύμνο δηλαδή… που όταν πήγα κάποτε σε μία γιαγιά, την  Καραγκιαουρίνα τη Γραμματού από το Μικρόκαμπο Κιλκίς και σε έναν παππού, τον Μπαλαμπανίδη τον Δημήτρη από τη Γαλάτεια Πτολεμαίδας, με το τραγούδησαν πολύ διαφορετικά… με λέξεις που με έκαναν όχι απλά να ντραπώ, αλλά και να κοκκινίσω από συστολή.

«Τηρώ βλέπω στον ουρανό»

 

Τηρώ βλέπω στον ουρανό, τα σπίτια της μές το γιαλό,

τα παραθύρια της γυαλιά, θεέ μου βγάλ’  ένα βοριά,

να ραγιστούνα τα γυαλιά, να ξέβη πάλι η αγάπη μου.

Έχω δυο λόγια να της πω, σαράντα να της διηγηθώ.

Ν’ ανέβω σε ψηλό βουνό, να βγάλω μια γλυκιά φωνή

για να βγούνε οι λεύτερες.

Να πελεκήσω μάρμαρα, να κάνω μαρμαρόλουτρο.

Να στήσω γούρνες δεκαοκτώ, σαντριβάνια τριάνταδυό.

Όπ’ έχει κόρη λεύτερη για να τη φέρει να λουσθεί,

πέντε τσατάλια να μπλαχή και δεκοχτώ να στολισθεί,

να δώσει και το λουτρικό, ένα σγουρό βασιλικό.

Κρίμα που δεν ποτίζεσαι και δεν κορφολογίζεσαι.

Εγώ το κορφολόγησα, στο μαντηλάκι μ’ το ‘δεσα

και στην αγάπη μ’ το στειλα, με γειές, με χαιρετίσματα,

με του βοριά τα κύματα.

Σταφύλια με τ’ απούρια τνα, ροδάκινα με τα κλωνιά,

ελιές με τα κουκούτσια τνα, δαμάσκηνα με τα τσουνιά.

 

Η εύθυμη παρέα σοβάρευε όταν άρχιζε ο παππούς και πάλι τις δικές του ιστορίες για το σεφέρ μπεϊλίκι, την επιστράτευση, τις κακουχίες που υπέστη αυτός και ο αδελφός του ο Στρατής στον τούρκικο στρατό και τέλος με τον ερχομό του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, τον πόλεμο, την καταστροφή και το ξερίζωμα από τις εστίες τους.

Ακόμη και σήμερα, όταν μιλώ για τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανασύρω από τη μνήμη μου όλες εκείνες τις διηγήσεις του παππού για τα διαδραματιζόμενα στην αποβάθρα των Μουδανιών, όπου είχαν καταφύγει όλοι οι Έλληνες της περιοχής Προύσας για να αποφύγουν την οργή των Τούρκων.

«Κεμάλς έρχεται ….Να φύγμε να γλυτώσμε.»

Αυτή η κραυγή αντηχούσε σε όλα τα χωριά της Προύσας και οι ελαιώνες της περιοχής Μουδανιών, γέμισαν από κατατρεγμένους Έλληνες. Μάνες έψαχναν τα παιδιά τους, άνδρες τις γυναίκες τους, μέσα σε στιγμές απέραντου πανικού και απόγνωσης.

«…Έτς  χάθκε και ο αδελφόσιμ ο Στρατής, που ήτανε στρατιώτης. Από τότε που πήγε στρατιώτς δεν τον ξανάδαμε…»

Λιμάνι Μουδανιών

                                                                   

Όταν μιλούσε γι’ αυτές τις στιγμές ο παππούς, δάκρυζε από τη συγκίνηση, λες και τις ξαναζούσε.

 Όταν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα σταματούσε τις ιστορίες του, αποχαιρετούσαμε τη θεία Μεταξού και κλείναμε ραντεβού για την επόμενη μέρα στο δικό μας σπίτι.

Αυτό επαναλαμβανόταν σχεδόν όλο το χειμώνα και εγώ με τα αδέλφια μου μεταφερόμασταν νοερώς στα Κουβούκλια ζώντας μαζί τους όλες τις δυσάρεστες και ευχάριστες στιγμές τους.

Μεγαλώνοντας, και αφού πέθαναν πλέον ο παππούς και η γιαγιά, αφού απέκτησα το πρώτο μου αυτοκίνητο, γύρισα όλα τα χωριά στην Ελλάδα, όπου κατέφυγαν οι Κουβουκλιώτες πρόσφυγες. Επισκέφθηκα όλους τους παππούδες και γιαγιάδες, που μου διηγήθηκαν την ιστορία του όμορφου χωριού τους και διάβασα σχεδόν όλα τα βιβλία που γράφτηκαν γι’ αυτά.

Μαζί τους γνώρισα και άλλους πρόσφυγες από τα άλλα, γειτονικά χωριά της Προύσας. Έτσι όταν έφθασε η ώρα να τα επισκεφθώ, ήμουν ενημερωμένος για την ιστορία τους.

Κοτζαερίδης Γεώργιος

ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΛΑΜΙΝΙΩΝ ΒΗΜΑ 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά