Ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Καμπίτογλου ήταν ο πρώτος Έλληνας που διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Σίδνεϊ το 1963. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της ελληνικής αρχαιολογίας με μεγάλη προσφορά στο χώρο όσο ζούσε αλλά και μετά θάνατον.
Ο Αλέξανδρος Καμπίτογλου γεννήθηκε το 1922 στη Θεσσαλονίκη όπου και σπούδασε. Έπειτα συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Μάντσεστερ, Λονδίνου και Οξφόρδης. Η πανεπιστημιακή του καριέρα άρχισε το 1954, όταν ως Assistant Professor δίδαξε στα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, Μισισιπή και Πενσυλβανίας. Το 1961 ήρθε στην Αυστραλία όπου αρχικά εργάστηκε ως Senior Lecturer στο Πανεπιστήμιο Σϊδνεϊ και έπειτα ως τακτικός καθηγητής Κλασσικής Αρχαιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο έως το 1989 που συνταξιοδοτήθηκε. Από το 1963 έως το 2000 ήταν επίσης επιμελητής της Συλλογής Αρχαιοτήτων του Μουσείου Nicholson του Σίδνεϊ. Ως αρχαιολόγος έφερε στο φως τον σημαντικό γεωμετρικό οικισμό της Ζαγοράς στην Άνδρο και τις ανασκαφές στην Τορώνη της Χαλκιδικής.

Advertisement

Το 1980 ίδρυσε το Αυστραλιανό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα (ΑΑΙΑ) του οποίου ήταν και διευθυντής έως το 2016. Σκοπός του Ινστιτούτου ήταν η προώθηση της Κλασσικής Αρχαιολογίας και των Ελληνικών Σπουδών. Με το θάνατό του, το 2019 μερίμνησε για τη συνέχεια του έργου του Ινστιτούτου, αφήνοντάς του ως κληροδότημα έξι εκατομμύρια δολάρια.
Ο τωρινός διευθυντής του ΑΑΙΑ, δρ. Σταύρος Πασπαλάς δήλωσε στον «Νέο Κόσμο» ότιι «αυτή η γενναιόδωρη προσφορά του καθηγητή Καμπίτογλου εξασφαλίζει το ρόλο και το μέλλον του Ινστιτούτου» και συνέχισε λέγοντας: «Το Ινστιτούτο είναι ένα ερευνητικό και εκπαιδευτικό κέντρο για ελληνικές και μεσογειακές σπουδές με έμφαση τις αρχαιολογικές ανασκαφές. Προσφέρει υποτροφίες, ευκαιρίες για έρευνα και συνεργασίες. Επίσης, παρέχει πρακτική βοήθεια σε Αυστραλούς φοιτητές και ακαδημαϊκούς που θέλουν να συνεχίσουν την έρευνά τους στην Ελλάδα και να τη μοιραστούν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο».

Η γνωριμία των δύο καθηγητών ξεκίνησε από πολύ παλιά. «Αρχικά γνωρίστηκα με τον καθηγητή όταν ήμουν φοιτητής του στο Πανεπιστήμιο Σίδνεϊ το 1981, αλλά γνωριστήκαμε καλύτερα όταν συμμετείχα στην ανασκαφή της Τορώνης στη Χαλκιδική. Αυτή η εμπειρία μου με έκανε να καταλάβω πόσο σημαντική είναι η επιτόπια μελέτη και συμμετοχή σε ανασκαφές. Μετά το τέλος της πανδημίας, ευελπιστούμε να επαναφέρουμε τις ανταλλαγές φοιτητών και να φέρουμε αρχαιολόγους από την Ελλάδα στην Αυστραλία για έξι εβδομάδες. Ο κύριος ρόλος του Ινστιτούτου να προωθεί τον ελληνικό πολιτισμό στην Αυστραλία και όχι μόνο να φέρνει Αυστραλούς στην Ελλάδα. Αυτή η ανάγκη για πολιτισμική ανταλλαγή ήταν αυτό που ενέπνευσε και τον ιδρυτή του Ινστιτούτου».