Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Επιμέλεια κειμένου:
Μαρία Ι. Μπούτση

Ο Άγγελος Σικελιανός και η Σαλαμίνα.
Ο Άγγελος Σικελιανός, ο μεγάλος λυρικός ποιητής γεννήθηκε στη Λευκάδα στις
15-3-1884.

Μαζί με την πρώτη του σύζυγο, Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, οργάνωσαν τον Μάϊο
του 1927 και το 1930 τις Δελφικές Γιορτές, στο χώρο των Δελφών, σε μία προσπάθεια
αναβίωση της Δελφικής Ιδέας, «της παγκόσμιας ελευθερίας και της αδελφοσύνης των λαών
της Γης».

Οι γιορτές αυτές εξάντλησαν οικονομικά το ζευγάρι και η Εύα αναγκάστηκε να
φύγει για την Αμερική για να μπορέσει να εξοικονομήσει χρήματα και να επιστρέψει για να
συνεχίσουν, αυτή τη μεγάλη ιδέα.

Έτσι ο Σικελιανός αποκαμωμένος από τις περιπέτειες των Δελφικών εορτών με χαμένη
την ανθηρότητα των οικονομικών του, με απογοητεύσεις και πικρίες, με την Εύα Πάλμερ
μακρυά του, στην Αμερική από το 1933, αλλά και γεμάτος ακόμη με τα οράματά του, την
ορμή και την πίστη του για δημιουργία, ψάχνει να βρεί ένα τόπο περισυλλογής και ηρεμίας,
ένα περιβάλλον που να τον εμπνέει και να τον ζωογονεί.

Το βρίσκει στη Σαλαμίνα, στο όμορφο κι ευλογημένο νησί του Σαρωνικού, στο νησί του
Ευριπίδη, στον τόπο της κοσμοϊστορικής ναυμαχίας. Διάλεξε, γοητευμένος απ’ τους αν-
θρώπους και απ’ την ομορφιά του τοπίου, το αποκούμπι του, την καταφυγή του στη μονή
της Παναγίας Φανερωμένης, χώρο ξέχωρα εντυπωσιακό, που αποπνέει μαγεία, περισσή ιε-
ρότητα και μυσταγωγία.

Η μαγεία της φεγγαρόλουστης θάλασσας, το γαλανό του ουρανού που έμοιαζε να ακου-
μπά τα χωράφια, η μυσταγωγία του μοναστηριού της Παναγιάς της Φανερωμένης, οι ου-
ράνιοι ήχοι της καμπάνας, οι απλοϊκοί άνθρωποι του νησιού καθώς και η γνωριμία του με
την Άννα, έμελλαν να γίνουν οι σύντροφοι των τελευταίων χρόνων της ζωής του αλλά και τα
αίτια της έμπνευσής του, συντελεστές δημιουργίας των αριστουργημάτων του:«Μελέτη θα-
νάτου», «Στο έρμο χωράφι», «Πρωτιά», «Τη γραμμή από το μέτωπο», «Αντιστασια-
κά», καθώς και των θαυμάσιων τραγωδιών του «Ο Χριστός στη Ρώμη» και «Ο θάνατος του Διγενή».

Ο Σικελιανός εγκαταστάθηκε στο σπιτάκι της παραλίας της Μονής Φανερωμένης, που
του το παραχώρησε ο μοναχός Αμβρόσιος. Από τις πρώτες ημέρες της διαμονής του στο
νησί ο Άγγελος γνωρίζεται με απλούς ανθρώπους αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και
αναπτύσσει γνωριμίες, φιλίες και κουμπαριές που παρέμειναν άσβηστες.
Από τις πρώτες μέρες ο Άγγελος γνώρισε τον ταξιτζή Γιάννη Κριέλα. Ο Κριέλας
έγινε ο μόνιμος μεταφορέας του Σικελιανού στο νησί και μεταξύ τους αναπτύχθηκε μεγάλη
φιλία που κατέληξε σε διπλή κουμπαριά.

Οι γιοί του δάσκαλου Γιάννη Σαλτάρη, Νίκος (μουσικολόγος, λαογράφος ) και Ανδρέας (δικηγόρος, ποιητής) γνώριμοι του Κωστή Παλαμά, μαθαίνοντας τον ερχομό του Σικελιανού στη Σαλαμίνα ήρθαν σε επικοινωνία μαζί του.

Ο Σικελιανός τότε ερχόταν συχνά – πυκνά στο νησί με τη Ναυσικά, κόρη του
Κωστή Παλαμά αλλά και με πνευματικούς του φίλους από την Αθήνα. Η φιλία του
Σικελιανού με την οικογένεια Σαλτάρη υπήρξε από τις πιο ισχυρές που και αυτή κατέληξεσε διπλή κουμπαριά.

Επίσης και η γνωριμία και η φιλία του με την οικογένεια τουΚώστα Σοφρά (Κολέα) κατέληξε σε κουμπαριά. Κατά τη διαμονή του στη Φανερωμένη γνωρίζεται με την οικογένεια του Αργύρη Τούτση. Ο Αργύρης τότε νοίκιαζε από την Μονή μία έκταση που την καλλιεργούσε για να ζήσει την οικογένειά του.

Ο γιός του Αργύρη, Φίλιππας (φοιτητής της νομικής), γίνεται φίλος αγαπητός του Άγγελου και μέσω αυτού ο δεσμός φιλίας κατέληξε σε κουμπαριά με την οικογένεια του αδελφού Γιώργη Τούτση.

Ο Σικελιανός ήταν απλός, ανοιχτόκαρδος, ευπροσήγορος και νοιαζόταν για όλους.
Πλησίαζε ακόμα και τους απλούς ανθρώπους, τους εργάτες και άνοιγε διάλογο μαζί τους
για τις δουλειές τους, για τη ζωή τους.

Ενδιαφερόταν ακόμα και για την μελισσοκομία.
Ήθελε να μάθει πως βγαίνει το μέλι και πήγαινε στο περιβόλι του Σπύρου Παπανικολάου,
για να πάρει αγκινάρες και παράλληλα μαθήματα μελισσοκομίας.

Ο κυρ Σπύρος είχε την τύχη μαζί με τους συμμαθητές του Γιώργο Χατζή, Νίκο Παναγιώτεζα, και Ανδρέα Σοφρά να παρακολουθήσουν τις Δελφικές εορτές του 1930.

Που να φανταζόταν ο κυρ Σπύρος ότι λίγα χρόνια μετά, αυτή η λαμπερή φυσιογνωμία, ο
ποιητής, θα ζούσε εδώ στη Σαλαμίνα και θα γινόταν επισκέπτης στο περιβόλι του, όπου θα
του δινόταν η ευκαιρία να τον ζήσει στις καθημερινές του ασχολίες και να του δίνει να οδη-
γεί την σούστα του με το ατίθασο άλογο. Για όλους αυτούς τους απλούς ανθρώπους ήταν
ο αλλιώτικος άνθρωπος…ήταν ο ποιητής!

Το 1938 ο Άγγελος γνωρίζεται με την Άννα. Από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους
ανάβει ανάμεσά τους η φλόγα της αγάπης. Το Νοέμβρη του 1938 φέρνει την Άννα για
πρώτη φορά στο νησί. Συνεχίζουν αρκετές ημέρες, από τον χειμώνα του 1939, να τις περ-
νούν στη Σαλαμίνα.

Το Σεπτέμβρη του 1939 η Άννα χωρίζει οριστικά από τον άνδρα της το γιατρό Γιώργο Καραμάνη, ενώ ο Άγγελος ζητάει τη συγκατάθεση της Εύας για τον δεσμό του με την Άννα. Εκείνη «του στέλνει την ευχή της».

Ο Άγγελος και η Άννα ξανάρχονται στο σπιτάκι της Σαλαμίνας. Μένουν για αρκετές ημέρες, ώσπου η Άννα να γνωρίσει το νησί αλλά και τους ανθρώπους που μέχρι τότε ο Άγγελος συναναστρεφόταν.

Ήδη είχε γίνει κουμπάρος με τον Κώστα Σοφρά, αφού στις 10 Μαϊου το 1938 του είχε
βαφτίσει την κόρη του Αναστασία (Τασούλα), στη Φανερωμένη. Τη βάφτιση έκανε ο πα-
τήρ Νεόφυτος Σάλτας.

Ο Κώστας είχε ένα βαρκάκι, που μ’ αυτό τα βράδια πήγαινε τον Άγγελο και την Άννα σεργιάνι στο φεγγαρόφωτο, απολαμβάνοντας έτσι την ευτυχία τους.

Στις 5 Δεκεμβρίου του 1938 πάντρεψε τον καρδιακό του φίλο και οδηγό Γιαννάκη Κριέλα
με την Κατερίνα Γραμματικού. Ο γάμος έγινε στο σπίτι της νύφης από τον παπά της ενο-
ρίας του Αγίου Μηνά, Γεώργιο Πρεβεδώρο.

Ο κυρ Θανάσης με την κυρά Νίκη, δύο απλοϊκοί άνθρωποι, ένα ζευγάρι που ήρθε ναυα-
γισμένο από τα Δωδεκάνησα, έμεναν σ’ ένα καλυβάκι λίγο πιο πάνω από το παράσπιτο
όπου ο Άγγελος το χρησιμοποιούσε για να γράφει.

Ο κυρ Θανάσης και η κυρά Νίκη έκαναν παρέα και βοηθούσαν τον Άγγελο και την Άννα σε διάφορες δουλειές όλα τα χρόνια που έμειναν στη Σαλαμίνα. Δυτικά – σιμά από το μοναστήρι υπήρχαν δυο ταβέρνες όπου ο Άγγελος πήγαινε συχνά και καθόταν εκεί είτε πίνοντας τον καφέ του είτε γράφοντας. Αυτές ήσαν του Παναγιώτη Σκαλίθρα και του Σωτήρη Παπασωτηρίου (Πούφη) που είχε έντεκα παιδιά και η ταβέρνα του επιγραφόταν «Τα έντεκα αδέλφια». Τα παιδιά του κυρ Σωτήρη, όταν πήγαινε ο Άγγελος εκεί για να γράψει, του τραβούσαν τα χαρτιά και εκείνος τους έδινε καραμέλες. 

Η γυναίκα του Σκαλίθρα, κυρά Καλλιόπη, είχε πάντα μόνιμα ένα τραπεζάκι στρωμένο για τον
Άγγελο. Δίπλα στο μοναστήρι υπήρχε και ένα μικρό σπίτι, όπου έμεναν ο κυρ Αγησίλαος
Λεοντογιαννάκος με τη γυναίκα του την κυρά Μαρία, καλοί κι αυτοί γείτονες και φίλοι του
Σικελιανού στη Φανερωμένη.

Το 1938 έρχεται αυτοεξόριστος στη Μονή Φανερωμένης ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και
πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός Παπανδρέου και μένει εκεί μέχρι το 1941.

Ο Δαμασκηνόςμε τον Σικελιανό κάνουν καθημερινή παρέα και συχνάζουν στο ταβερνάκι του Παναγιώτη Σκαλίθρα, όπου και κουβεντιάζουν τα γεγονότα, τους προβληματισμούς τους.
Περπατούν συχνά – πυκνά μαζί στη διαδρομή από το μοναστήρι μέχρι τα τελευταία πεύκα
του Περάματος, στα αποκαλούμενα «πεύκα της Αμαλίας» περιοχή παραθερισμού της
βασίλισσας Αμαλίας.

Στις 18 Ιουνίου του 1940 ο Άγγελος και η Άννα ενώνουν την αγάπη τους με τα δεσμά
του γάμου, στο εκκλησάκι της Παναγίας, στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας.

Μια αγάπη που έχει φωλιάσει σ’ αυτό το απόμερο παλατάκι άκρη – άκρη στη θάλασσα της
Φανερωμένης και που κλείνει μέσα του την ευτυχία, τη θαλπωρή, τον παράδεισο.

Η ζωή του ζευγαριού κυλάει απλή, ήρεμη, γαλήνια.

Ο Άγγελος, έπειτα από το πρωινό του, πηγαίνει στο παράσπιτο που είναι το γραφείο του και δουλεύει ως αργά, ενώ η Άννα ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού.

Τα βράδια κάθονται μπροστά στο τζάκι, κάτω από το φως της λάμπας και ο Άγγελος μιλάει για τη μεγάλη Ποίηση.

Οι αδελφοί Νίκος και Ανδρέας Σαλτάρης όπως και ο Φίλιππας Τούτσης είναι σχεδόν οι μόνιμοι φίλοι του Άγγελου που μιλάνε για ιστορία, ποίηση, για βυζαντινή μουσική και άλλα.

Οι φίλοι έρχονται στο σπιτάκι της Φανερωμένης και ο Άγγελος πηγαίνει στα δικά τους που είναι μέσα στην Κούλουρη.
Όταν κατέβαινε στην Κούλουρη σύχναζε στο καφενείο «Κεντρικόν» του Μήτσου Σακελλά-
ρη που ήταν στην αγορά.

Για ψώνια πήγαινε στο μπακάλικο του κυρ Παναγιώτη και της κυράς Ορσίας Παπασωτηρίου (Σούρμπα), που ήταν απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Μηνά.

Εκεί δούλευε ο Μήτσος Σταμπάμπας ο γνώριμός του από τις πρώτες μέρες που
ήρθε στο νησί, μιάς και πήγαινε συχνά και έτρωγε στο εστιατόριο «Άρης» του πατέρα του
Αντρέα Σταμπάμπα στα Παλούκια.

Έτσι οι δεσμοί μεταξύ του Σικελιανού και των οικογενειών αυτών γίνονται στενότατοι.
Ο Αργύρης Τούτσης κάθε πρωί του πήγαινε το γάλα, ο Κριέλας τον μετέφερε σε κάθε του
μετακίνηση.

Ό, τι ήθελε το εμπιστευόταν σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ο Σικελιανός κάνοντας αυτές τις γνωριμίες δέθηκε με το νησί και τους ανθρώπους του.

Αυτό φαίνεται έντονα μέσα από την αλληλογραφία που είχε με τους ανθρώπους αυτούς.

Φαίνεται έντονα ο πόθος του να γυρίζει σύντομα πίσω στο νησί απ’ όπου κι αν βρισκόταν.

Αλλά και η αγωνία του και το ενδιαφέρον του να νοιάζεται και να φροντίζει απλούς γνωστούς του ανθρώπους. Φαίνεται ακόμη η χαρά του και η συγκίνησή του για την πνευματική κίνηση του νησιού, όπως οι καλές σχέσεις του ζευγαριού με την ηγουμένη της μονής καθώς και η βοήθεια του Άγγελου για κάποιες ανάγκες του Μοναστηριού.

Το ζευγάρι με τις φιλίες και τους δεσμούς συνεχίζει τις κουμπαριές του. Η Άννα στις 28
Μαρτίου του 1941 βάφτισε την πρωτότοκη κορούλα του αγαπημένου τους φίλου και οδη-
γού Γιαννάκη Κριέλα και της έδωσε το όνομα Μελπομένη (Μπουμπού).

Η βάφτιση έγινεστο σπίτι από τον παπά της ενορίας του Αγίου Μηνά, Δημήτριο Τσίγκο.

Την ευτυχία του ζευγαριού και την ησυχία του γαλήνιου τοπίου του νησιού ήρθε να τα-
ράξει ο πόλεμος.

Τον περισσότερο καιρό του πολέμου το ζευγάρι τον πέρασε στη Σαλαμίνα, που άλλαξε όψη από τις πικρές ειδήσεις, από την πείνα, τους θανάτους την ερήμωση.

Είχε σβήσει ακόμη και το λυχναράκι στο ασκηταριό του Αγίου Λαυρεντίου που συντρόφευε
τις νύχτες το ζευγάρι.

Ο μεγάλος βομβαρδισμός του Πειραιά βρήκε το ζευγάρι στο νησί.

Έφυγαν μετά από δυό μέρες για να διαφυλάξουν το σπιτικό τους στην Αθήνα.

Δεν φαντάστηκαν ποτέ πως μ’ αυτήν τους την αναχώρηση θα καταδίκαζαν για πάντα το αγαπημένο
τους σπιτάκι.

Μετά από λίγες ημέρες απ’ την αναχώρησή τους πήγανε οι Γερμανοί με βάρκες απ’ το Μεγάλο Πεύκο, σπάσανε τις πόρτες και λεηλάτησαν το σπιτικό.

Ο φίλοςτους ο Γιαννάκης ο Κριέλας, φοβήθηκε να μην κάνουν τα ίδια και στο παράσπιτο που χρη-
σιμοποιούσε ο Άγγελος για γραφείο και μετέφερε τα βιβλία και τα χειρόγραφα του, στο
σπίτι του στην Κούλουρη.

Κατά τον βομβαρδισμό των Εγγλέζων χτυπήθηκε το σπίτι του Κριέλα και ο, τι απόμεινε από το αρχείο του Άγγελου τα μετέφερε αυτός στο σπίτι του άλλου φίλου καρδιακού, του Νίκου Σαλτάρη.

Ό, τι απόμεινε απ’ το λεηλατημένο σπιτικό, ο Άγγελος και η Άννα το μετέφεραν στο παράσπιτο και δεν ξαναπάτησαν ποτέ τους εκεί. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στην Κούλουρη, κάποιοι αξιωματικοί απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν στο σπιτάκι και είχαν υπό την επιτήρησή τους το μοναστήρι, που το είχαν περιφράξει με υψηλούς στύλους και διπλό συρματόπλεγμα.

Ο λόγος που το έκαναν ήταν ότι σε περίπτωση που οι Σαλαμίνιοι ξεσηκώνονταν εναντίον τους, θα χρησιμοποιούσαν το μοναστήρι για χώρο συγκέντρωσης των κρατουμένων.

Ο Άγγελος έκλαψε για αυτήν την καταστροφή, όπως έκλαψε και για τα άλλα σπίτια της Συκιάς και των Δελφών.

Τα οικονομικά του ζευγαριού ήταν πενιχρά και για να ζήσουν άρχισαν να πουλούν διάφορα πράγματα.

Η ζωή στην Αθήνα ήταν αφόρητη.

Παντού σκουπίδια, κουρέλια, φτώχεια, πείνα και θάνατος.

Το ζευγάρι ξαναγύρισε στο νησί που ήταν γι’ αυτούς το αποκούμπι τους, κοντά στους αγαπημένους
τους φίλους.

Πότε ο Άγγελος πότε η Άννα πήγαιναν στην Κούλουρη για κανένα χορταρικό, για καμιά ντομάτα ή κανένα σταφύλι.

Ο Άγγελος μαζί με τις παραγγελιές έφερνε πάντα και κάτι διαφορετικό, ένα γαρύφαλλο μ’ ένα κλωνί βασιλικό και καμιά ιστορία αλλιώτικη που του είχαν διηγηθεί οι Κουλουριώτες φίλοι του.

Στις 23 Αυγούστου του 1941 – γιορτή του Μοναστηριού – ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, που είχε ξαναπάρει τον θρόνο του έπειτα από την αυτοαπομόνωσή του στο νησί, να ιερουργήσει στη χάρη της Παναγίας Φανερωμένης και να χειροτονήσει έναν φίλο του, Δεσπότη.

Ήταν μια μέρα αξέχαστη μέσα στη σκοτεινιά εκείνης της εποχής.

Η εκκλησία ήταν κατάμεστη από κόσμο.

Γύρω σ’ ένα ημικύκλιο καθόντουσαν καμιά δεκαριά δεσποτάδες με τα πλούσια άμφιά τους και στην ωραία πύλη δέσποζε ο Αρχιεπίσκοπος.

Την ώραπου όλοι φώναξαν «Άξιος, άξιος» ο Άγγελος φώναξε από τα κατάβαθα της καρδιάς του
«Άξιοι, άξιοι».

Η ζωή του Άγγελου και της Άννας κυλούσε απλή, λιτή στο παράσπιτο που ήταν ένα με-
γάλο δωμάτιο, με ένα τζάκι, ένα κρεβάτι κι ένα μεγάλο τραπέζι για γραφείο, στη μέση.

Ο Άγγελος ποτέ του δεν απέκτησε ένα γραφείο όπως το επιθυμούσε.

Το πιό μεγάλο γραφείο που είχε, ήτανε ετούτο στο παράσπιτο της Σαλαμίνας.
Ο χειμώνας εκείνος δεν ήτανε ο πιο σκληρός της Κατοχής.

Απλά το ζευγάρι υπέφερε πολύ, γιατί ήσαν άμαθο από πείνα και κρύο.

Παρ’ όλα αυτά, ποτέ ο Άγγελος δεν παραπονέθηκε για την σκληρή φτώχεια της Κατοχής.

Το Μάιο του 1942 ο Άγγελος και η Άννα φεύγουν στην Αίγινα, όπου έμειναν στο σπίτι
του ζωγράφου Παναγιώτη Καλμούχου.

Αυτό ήταν κοντά σ’ αυτό του Νίκου Καζαντζάκη και της Ελένης Σαμίου.

Ο Άγγελος και η Άννα μένουν εκεί μέχρι τον Οκτώβριο.

Κατά τη διαμονή τους εκεί ο νους τους έτρεχε πίσω στο γλυκό και φιλόξενο τοπίο της Κούλουρης,
αλλά και στους απλοϊκούς και ανοιχτόκαρδους ανθρώπους της με τις βαθειές ρίζες στην
παράδοση, που διατηρούσαν ζωντανή σε κάθε τους έκφραση, από τα χαρμόσυνα έθιμα του
γάμου μέχρι τα τραγικά αρβανίτικα μοιρολόγια.

Ανεξίτηλη ήταν σ’ αυτούς η εικόνα της χρυσοκέντητης φορεσιάς του νησιού που μέχρι τότε φορούσαν οι Κουλουριώτισσες.

Στα μέσα του Οκτώβρη του 1942 επιστρέφουν στην Αθήνα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν
τον σκληρό χειμώνα του ’43 που έφερε θάνατο, αρρώστιες, σκοτωμούς.

Η ζωή τους μοιράζετε ανάμεσα σε Αθήνα και Σαλαμίνα.

Πηγαίνουν πολύ συχνά στο σπίτι του Κωστή Παλαμά που η υγεία του όλο και χειροτέρευε από την κακοπέραση και την εξάντληση.

Πρώτα έφυγε η γυναίκα του κι ας έμοιαζε πιό στέρεη. Ο Άγγελος κάνει ό, τι μπορεί για να βοηθή-
σει τον αγαπημένο του φίλο.

Πηγαίνει στη Σαλαμίνα και ζητάει απ’ τον κυρ Σπύρο Παπανικολάου να του δώσει μέλι για τον άρρωστο φίλο του.

Ο κυρ Σπύρος με πολύ χαρά δέχεται. Βάζει το μέλι σ’ ένα πορσελάνινο βάζο με χρωματιστά λουλουδάκια και του το δίνει.

Ήταν το τελευταίο δώρο του Άγγελου προς τον αγαπημένο του φίλο, αφού μια εβδομάδα
μετά πήρε το μήνυμα για το θάνατό του, 28 Φεβρουαρίου του 1943.

Την ίδια μέρα ηαρτηριακή πίεση του Άγγελου ανεβαίνει σε επικίνδυνο σημείο, κάνει αφαίμαξη και πηγαίνουν μαζί με την Άννα στην κηδεία, όπου ο ταλαιπωρημένος λαός της Αθήνας είχε μαζευτεί
για τον τελευταίο αποχαιρετισμό στον εθνικό ποιητή.

Εκεί ο Άγγελος βροντοφωνεί το εγερτήριο παιάνα του: Ηχήστε οι σάλπιγγες…
Το καλοκαίρι του ’43 ο Άγγελος και η Άννα το περνούν στην Κηφισιά.

Η υγεία του Άγγελου καλυτερεύει. Παραστέκεται στους ανθρώπους και με την πίστη του εμψυχώνει τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν να πολεμήσουν στα βουνά και στις πόλεις τον κατακτητή. Ο Άγγελος
αυτήν την περίοδο είχε συχνές επαφές με τον κουλουριώτη φίλο του Φίλιππα Τούτση στην
Αθήνα, όπου συζητούσαν γιά την όλη κατάσταση.

Στις 15 Μαϊου του 1944 οι Γερμανοί συλλαμβάνουν τον Φίλιππα μετά από προδοσία, κρυπτόμενο σε κουλουριώτικο διαμέρισμα του Κολωνακίου.

Μετά από βασανιστήρια στην οδό Μέρλιν και από εκεί στο Χαϊδάρι, τον εκτελούν στο Κριεκούκι με άλλους τέσσερις, στις 27 Μαϊου 1944. Από την αλληλογραφία που είχε ο Φίλιππας με τον Άγγελο δεν διασώθηκε τίποτα, γιατί οι Γερμανοί ύστερα από έφοδο που έκαναν στο σπίτι του, κατάσχεσαν όλα τα βιβλία και τα χειρόγραφά του.

Ο Άγγελος πικράθηκε πολύ από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου. Σε μια εκδήλωση
προς το τέλος του 1944 ο Άγγελος παθαίνει μια σοβαρή κρίση που παραλύει την αριστερή
του πλευρά.

Έτσι, κάτι οι λόγοι της υγείας και κάτι τα γεγονότα της εποχής κρατούν το ζευγάρι μακριά από το αγαπημένο τους νησί.

Την χρονιά αυτή το μοναστήρι της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα από ανδρώο γίνεται γυναικείο και ηγουμένη αναλαμβάνει η φωτισμένη Χριστονύμφη Τσιγκέλη που με την Άννα ανέπτυξε μεγάλη φιλία που κράτησε μέχρι το… θάνατο.

Το χειμώνα του 1945 απομονώνεται ο Άγγελος σ’ ένα σπιτάκι στο Π. Φάληρο για ξε-
κούραση και για να δουλέψει τον «Χριστό στη Ρώμη».

Το καλοκαίρι του ’45 το περνούν στην Κηφισιά, όπου ο καθαρός αέρας, η ξεκούραση και το λιγοστό περπάτημα έκαναν το θαύμα τους.

Η υγεία του Άγγελου καλυτερεύει και το φθινόπωρο ξαναγυρνούν στο αγαπημένο τους νησί για να τελειώσει τον «Χριστό στη Ρώμη».

Ο Άγγελος εκεί ξαναβρίσκει τους αγαπημένους και καρδιακούς του φίλους. Την εποχή αυτή γνωρίζει την οικογένεια της χήρας Βαγγελιώς Περάματζη που πήγαινε και βοηθούσε συχνά στο μοναστήρι. Ο Άγγελος και η Άννα γίνονται φίλοι με την κυρά Βαγγελιώ και όταν πήγαιναν για ψώνια στην Κού-
λουρη, στο μπακαλικάκι του κυρ Παναγιώτη, περνούσαν απ’ το σπίτι της που ήταν παραδίπλα και της έλεγαν μια καλημέρα.

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1945 ο Άγγελος και η Άννα παντρεύουν την αγαπημένη τους φίλη Μαρία Σαλτάρη με τον γιατρό Αργύρη Μιχαλάκη.

Ο γάμος έγινε στον Ι. Ναό του Αγίου Ανδρέα από τον πατέρα Νικόλαο Κωνσταντινίδη.

Από την φιλία και κουμπαριά με τον γιατρό Αργύρη Μιχαλάκη γνωρίζεται και με την
οικογένεια του φαρμακοποιού Βασίλη Παπανικολάου.

Μεταξύ των αναπτύχθηκε μεγάλη φιλία.

Ο Βασίλης Παπανικολάου αποθανάτισε με την φωτογραφική του μηχανή τις τελευταίες στιγμές του Άγγελου κατά την παραμονή του στο νησί, ήταν Νοέμβριος του 1949.

Ο Σικελιανός μένοντας στο νησί – ανάμεσα στους αγαπημένους του φίλους – τελειώνει το έργο του ο «Χριστός στη Ρώμη» που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1946.

Τις Απόκριες ο Άγγελος καλεί στο νησί φίλους του από την Αθήνα, για να παρακολουθήσουν τον παραδοσιακό «χορό της τράτας» που γινόταν στην παραλία του νησιού από κοπέλες που φορού-
σαν τη χρυσοκέντητη παραδοσιακή φορεσιά.

Στις 23 Απριλίου του ’46 βαφτίζει τον γιο του Γιώργου Τούτση, αδελφού του αγαπημένου του και αδικοσκοτωμένου φίλου του Φίλιππα και δίνει στο παιδί το όνομα «Φίλιππας» σε ανάμνηση του φίλου του.

Η βάφτιση έγινε στον Ι. Ναό του Αγίου Μηνά από τον παπά της ενορίας Δημήτριο Τσίγκο.
Το καλοκαίρι του ’46 ματαιώνεται η υποψηφιότητά του γιά το βραβείο Νόμπελ.

Από την ιστορία αυτή πικράθηκε πολύ. Τον ίδιο καιρό η Άννα στήνει τον αργαλειό της για να
δουλέψει, για να μπορέσουν να επιβιώσουν ύστερα από τις κακουχίες της κατοχής.

Έτσι ο Άγγελος μένει στη Φανερωμένη και η Άννα στην Αθήνα.

Το τέλος του ’46 του επιφυλάσσει άλλο ένα δυσάρεστο γεγονός στη ζωή του. Στις 3 Δεκεμβρίου χάνει ακόμα έναν καρδιακό του φίλο, μέλος της αγαπημένης του οικογένειας Σαλτάρη, τον Αντρέα.

Ο Σικελιανός συντετριμμένος τον αποχαιρετά στον Άγιο Μηνά με ένα συγκλονιστικό και σπαραχτικό
επικήδειο λόγο.

Το 1947 ο Άγγελος μοιράζεται τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Σαλαμίνας. Το Μάιο
εκλέγεται πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Αυτή τη χρονιά έγραψε την
τραγωδία «Ο Θάνατος του Διγενή».

Γιά τη συγγραφή της αποσύρθηκε και πάλι στο αγαπημένο του νησί.

Αυτή τη φορά έπρεπε να προσηλωθεί ακόμα πιο πολύ στο στόχο, να ζήσει απόλυτα στη μοναξιά του. Έτσι ζήτησε άσυλο μέσα στο μοναστήρι.

Ο σεβαστός φίλος του Ιάκωβος, Μητροπολίτης Αττικής, Μεγαρίδος και Σαλαμίνος του παραχώρησε το δεσποτικό. εκεί εγκαταστάθηκε δημιουργώντας ο Άγγελος γιά αρκετό καιρό και οι μοναχές του
μοναστηριού τον φρόντιζαν με αφοσίωση.

Που και που κατέβαινε στην Κούλουρη, στον φίλο του Νίκο Σαλτάρη και στον κουμπάρο του γιατρό Αργύρη Μιχαλάκη.

Δίπλα από το σπίτι του γιατρού, ανοίγει δικό του μαγαζί ο άλλος αγαπητός του φίλος Μήτσος Σταμπά-
μπας με τη γυναίκα του Κυριακούλα.

Ο Άγγελος σ’ αυτούς πήγαινε και ψώνιζε. Το μαγαζί του Σταμπάμπα το είχαν κάνει στέκι τους.

Μόλις πήγαινε ο Άγγελος, εκεί μαζεύονταν κι άλλοι φίλοι του γιά να τον δουν και να κουβεντιάσουν μαζί του.

Η Άννα τότε πήγαινε στο νησί μόνο τα Σαββατοκύριακα και ο Άγγελος τις διάβαζε χορικά από την τραγωδία που ετοίμαζε.

Τον Αύγουστο του ’47 πήγε στην Ελβετία για να μιλήσει σε ένα Συνέδριο.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ξαναπήγε στη Σαλαμίνα γιά να γράψει τις τελευταίες σκηνές
του Διγενή.

Το Δεκέμβρη του ξανανεβαίνει επικίνδυνα η πίεση και ο γιατρός του συνιστά
ξεκούραση σε εξοχή.

Αρχές του 1948 εκδίδεται «ο Θάνατος του Διγενή». Τότε ο Άγγελος έμενε στην Κηφι-
σιά για ανάρρωση, μα η αρρώστια προχωρούσε ύπουλα.

Έτσι πήγε για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο «Παμμακάριστος». Εκεί η φροντίδα των γιατρών έφερε καλά αποτελέσματα.

Τον Απρίλιο κατεβαίνουν στη Σαλαμίνα, όπου περνούν εκεί το Πάσχα.

Στις 16 Μαϊου ο Άγγελος βαφτίζει την κορούλα του αγαπητού και καρδιακού του ζευγαριού Αργύρη και
Μαρίας Μιχαλάκη και την ονομάζει Ορσία. Η βάφτιση έγινε στο μοναστήρι της Φανερωμένης από τον πατέρα Ανδρέα Χατζηκωνσταντινίδη.

Το καλοκαίρι στη Φανερωμένη η ζέστη είναι υγρή και βαριά.

Έτσι το ζεύγος Σικελιανού αναγκάζεται να περάσει το καλοκαίρι του αυτό στους Αγίους Θεοδώρους. Στη Σαλαμίνα ξαναγυρνούν το φθινόπωρο.

Ο Άγγελος μένει κοντά στους αγαπημένους του φίλους.

Ο Νίκος Σαλτάρης τον επισκέπτεται συχνά και του πάει μελόπιτες, ενώ φίλοι του από την Αθήνα τον επισκέπτονται και τον συντροφεύουν.

Οδηγός τότε του Άγγελου ήταν ο Γιάννης Κορρός (Κορρογιάννης) που είχε νοικιάσει το ταξί του Κριέλα, μια και ο τελευταίος τότε εργαζόταν σε φορτηγό.

Το Φεβρουάριο του 1949 ομιλεί στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Την άνοιξη
η κατάσταση της υγείας του φαίνεται αρκετά βελτιωμένη.

Έτσι επιχειρεί και κάνει διάφορες ομιλίες.

Το καλοκαίρι του ’49 ο Άγγελος το περνά και πάλι στο αγαπημένο του νησί για να
ξεφύγει από τη ζέστη της Αθήνας.

Είναι το τελευταίο καλοκαίρι που ο Άγγελος μένει στο νησί που τόσο αγάπησε και λάτρεψε.

Το χειμώνα επιστρέφει στην Αθήνα, – με μία τελευταία επίσκεψη στο νησί το Μάρτιο του 1950 – ήταν μια επιστροφή χωρίς γυρισμό, αφού άρχιζε μια οδυνηρή πορεία προς το θάνατο.

Το κορμί του και τα βήματά του γίνονταν πιο βαριά και πιο κουρασμένα.

Το Μάιο του 1950 προσβάλλεται από συμφόρηση και μένει παράλυτος. Τον Ιούνιο η κατάστασή του παρουσιάζει μια μικρή βελτίωση.

Το καλοκαίρι το περνούν στην Κηφισιά. Τα οικονομικά τους είναι πολύ δύσκολα και η Άννα αναγκάζεται να κατεβαίνει πρωί στην Αθήνα, όπου εργάζεται και ν’ ανεβαίνει αργά.

Η κατάσταση της υγείας του τον έχει καθηλώσει. Δεν μπορεί να βαδίσει.
Η ζωή του γίνεται μαρτυρική.

Οι αγαπημένοι του φίλοι απ’ το νησί τον επισκέπτονται πότε– πότε στην Αθήνα. Είναι όμως πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να πιστέψουν πως ο άνθρωπός τους, που τόσα χρόνια αγάπησαν και θαύμαζαν είναι ανήμπορος.

Τον Ιούνιο του 1951 παίρνει λάθος φάρμακο που του φέρνει μεγάλη διαταραχή. Μετα-
φέρεται στη κλινική «Παμμακάριστος» όπου πεθαίνει στις 19 Ιουνίου ώρα 8 μ. μ.

Οι άνθρωποι του νησιού που τόσο αγάπησε και λάτρεψε τον έκλεισαν για πάντα μέσα
στις καρδιές τους, όπως τον έκλεισε όλος κόσμος της Ελλάδας και κάθε πνευματικός
άνθρωπος απανταχού της γης.

Βιβλιογραφία:
1) “Η ζωή μου με τον Άγγελο”, Άννας Σικελιανού, εκδόσεις: Εστία.
2) “Σικελιανός 1884 – 1951”, Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 1981.
3) Συνεντεύξεις από τους Σαλαμίνιους: Σπύρο Παπανικολάου, Δημήτριο Τούτση,
Μαρία Σαλτάρη – Μιχαλάκη, Λία Μιχαλάκη – Καλαντζή, Κυριακούλα
Σταμπάμπα, Μελπομένη Κριέλα.

2 Σχόλια “Αγγελος Σικελιανός και Σαλαμίνα απο την Μαρια Μπουτση

  1. Σε ευχαριστώ πολύ Χριστάκη για τα καλά σου λόγια. Ήταν ένα μικρό μνημόσυνο στον Άγγελο και στην Άννα, την οποία είχα την τύχη να γνωρίσω από το 1991 έως το τέλος της ζωής της. Ήταν χρέος μου. Μας άφησαν μεγάλη παρακαταθήκη.
    Χαιρετισμούς στα αδέλφια της Χλώρακας.

  2. Εύγε! Αυτός ήταν λοιπόν ο Άγγελος Σικελιανός ο μυθικός των ονείρων μας. Απλά μα τόσο κατατοπιστικά για τον μεγάλο Έλληνα, που όλοι θα τον θέλαμε και νικητή του νόμπελ λογοταχνίας. Δεν πήρε αυτό που του άξιζε και ζήμιωσε η Ελλάδα και το Έθνος και τα γράμματα. Προτάθηκε και για απο κοινού απονομή με τον Καζαντζάκη και ήρθε στην Αθήνα ό άλλος μεγάλος, ο Αλμπέρ Καμύ και είπε αυτό που εγώ πήρα, το στέρησα απο την Ελλάδα κι απο πιο μεγάλους απο εμένα. Άγγελε Σικελιανέ, πραγματικά μεγάλε, ζήσε ξανά και φώτισε και πάλι τους Έλληνες και σπρώξε τους έξω απο το βάλτο της παρακμής. κι εκείνο το ηχηρό, το υπερκόσμιο ηχείστε οι σάλπιγγες ας ακουστεί ξανά κι ας αντιβροντήσεις στις Ελληνικές ασπίδες που και πάλι προτάσσονται απο τους Έλληνες της Οικουμένης, όπου ο κάθε άνθρωπος ας νιώσει ότι ανήκει. Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΜΑΡΊΑ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΣ.

Γράψτε απάντηση στο ΜΠΟΥΤΣΗ ΜΑΡΙΑ Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά