Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ : Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΤΕΣΗ
Το πρώτο αριστουργηματικό δράμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Της αγιογράφου, κριτικού τέχνης και λογοτεχνίας Μαριλένας Φωκά (ΜΑ)

Ο Βασιλικός του Αντώνη Μάτεση ή Μάτεσι είναι το πρώτο δράμα του νεοελληνικού θεάτρου. Η
υπόθεση του εκτυλίσσεται στην Ζάκυνθο κατά την δεύτερη περίοδο της βενετοκρατίας του 1712 και
αφορά στην αγάπη δύο νέων που ανήκουν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Η κοπέλα, η
Γαρουφαλλιά, είναι η κόρη του άρχοντα Δαρείου Ρονκάλα ενώ ο αγαπημένος της είναι ο Φιλιππάκης
Γιαγυρόπουλος που ανήκει στην τάξη των αστών. Με το μοτίβο της βροχής και του καρναβαλιού («τση
μάσκαρας») – που ήταν ένα σημαντικό γεγονός στο νησί με ιταλικές καταβολές – οι δύο νέοι έρχονται σε
επαφή με αποτέλεσμα η κοπέλα να μείνει έγκυος κάτι που αποτελεί σκάνδαλο για μια ελεύθερη νέα της
εποχής. Ο ήρωας θέλει να την αποκαταστήσει αλλά η κοινωνική απόσταση που χωρίζει έναν ευγενή από
έναν αστό είναι τεράστια. Μέσα από τις ατάκες του Ρονκάλα αναδεικνύεται το αγεφύρωτο χάσμα που
χωρίζει τους δύο κόσμους και αναδύεται το λογοτεχνικό αδιέξοδο. Ο άρχοντας φέρει όλα τα
χαρακτηριστικά ενός αρνητικά φορτισμένου χαρακτήρα, ενός δυναμικού αντι-ήρωα ο οποίος
αναφέρεται συχνά στο «αίμα των αρχόντων προγόνων που δεν πρέπει να μολυνθεί από το αίμα αυτών
που δεν ανήκουν στην τάξη τους.» Μέσα από τους διαλόγους που διαμείβονται στο έργο καταδεικνύεται
όχι μόνο η προβληματική σχέση της οικογένειας με την συσπείρωση τριών εναντίον ενός (μητέρας και
παιδιών εναντίον της κυρίαρχης αρχής, του πατέρα) και αλλά και ιστορούνται ηθογραφικά και
λαογραφικά στοιχεία της εποχής. Η σύζυγος του Ρονκάλα ανήκει στην αριστοκρατική τάξη και με τον
γάμο της συνεισέφερε μια τρανταχτή προίκα στην οικογένεια ως είθιστο. Αυτά τα στοιχεία την καθιστούν
αποδεκτή και άξια σεβασμού αλλά οι χαρακτηρισμοί με τους οποίους της απευθύνεται ο σύζυγός της
όπως «σκάσε γριά, ξεμυαλισμένη» φανερώνουν την απαξίωση και την λεκτική κακοποίηση που υφίστατο
όχι μόνο η συγκεκριμένη γυναίκα της ανώτερης τάξης αλλά η κάθε γυναίκα στο δεδομένο κοινωνικό
πλαίσιο. Ο αδελφός της Γαρουφαλλιάς, Δραγανίγος, που σπούδασε στο Παρίσι, φορέας και κοινωνός
των ιδεών του Διαφωτισμού, που φαίνεται να συμμερίζεται τις πιο φιλελεύθερες ιδέες που εισρέουν
δειλά στην τοπική κοινωνία, δημιουργεί έναν αντίποδα με τον πατέρα του που είναι ο εκφραστής της
παλαιάς φεουδαρχικής τάξης ο οποίος του δείχνει την απέχθειά του. Το πανάρχαιο πρότυπο σύγκρουσης
πατέρα -γιου (γνωστό από την Κοσμογονία στην Θεογονία του Ησιόδου) ντύνεται το μανδύα της
κοινωνικής σύγκρουσης των ποπολάρων και των φεουδαρχών. Ο Βασιλικός που έδωσε τον τίτλο του στο
δράμα λειτουργεί σαν σύμβολο που εκφράζει όλο το πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού. Ουσιαστικά,
είναι μια γλάστρα έξω από το παράθυρο της Γαρουφαλλιάς που ένας μεθυσμένος θέλει να κλέψει ενώ ο
Ρονκάλας νομίζει ότι δράστης είναι ο ερωτευμένος με την κόρη του νέος. Αυτή η πράξη όμως αποτελεί
ύβρι για τον Ρονκάλα που θέτει πάνω από όλες τις αξίες, ακόμα και της πατρικής αγάπης, «την τιμή της
φαμίλιας του». Σε αυτό το αξιακό σύστημα ακόμα και η κλοπή της γλάστρας τον προσβάλλει. Οι
επανειλημμένες απόπειρες του Φιλιππάκη που θέλει ν ́αποκαταστήσει την νέα, «να στείλει προξενιές
πέφτουν στο κενό». Ο Ρονκάλας τον θεωρεί προικοθήρα και δευτεροκλασάτο γαμπρό και προτιμά να
κλείσει την κόρη του σε μοναστήρι στερώντας της παράλληλα την προίκα της. Προσπαθεί μάλιστα να
σκοτώσει τον Φιλιππάκη στέλνοντας έναν μπράβο που τραυματίζει κάποιον άλλο. Η πράξη του Ρονκάλα
γίνεται γνωστή στις αρχές οι οποίες όντας διεφθαρμένες με μια επιστολή προς τον άρχοντα δείχνουν την

διάθεση να συγκαλύψουν το έγκλημά του και να ρίξουν το φταίξιμο σε κάποιον άλλο. Το δράμα έχει
τελικά ευτυχή κατάληξη καθώς ο Ρονκάλας αναγκάζεται πιεζόμενος από την εγκυμοσύνη της
Γαρουφαλλιάς να δεχθεί τον Φιλιππάκη για γαμπρό του περνώντας το μήνυμα της «εισβολής» της
αστικής τάξης στην ανώτερη.
Ο Βασιλικός γράφτηκε το 1829-30 και αποτελεί το μοναδικό μα κορυφαίο δράμα του Αντώνη Μάτεση.
Το έργο χωρίζεται σε πέντε πράξεις και τριάντα δύο σκηνές. Στην Προειδοποίηση, κείμενο εν είδει
εισαγωγής ο Μάτεσις αναφέρει : «Το παρόν όθεν δύναται μάλλον να ονομασθή ιστορική μυθιστοριογραφία
δραματικώς παριστανομένη ή κωμωδία. Δηλώνει επίσης, πως επιχείρησε την παράστασιν[…]εικόνος του τε
χαρακτήρος και των ηθών και εθίμων της εποχής, εν η υποτίθεται ότι η πράξις έλαβε χώραν[[1]] Το εν
λόγω έργο είναι γραμμένο στην ρέουσα δημοτική γλώσσα με πολλά τυπικά στοιχεία επτανησιακής
διαλέκτου και ιταλισμούς. Σύμφωνα με τον λόγιο Ιωσήφ Σπυρίδωνα Δεβιάζη η γλώσσα αν και βρίθει
ιδιωματισμών εν τούτοις είναι καθαρώτατη. Αυτόν τον ζωντανό ιδιωματικό λόγο ο Κώστας Πορφύρης
τον συνέδεσε με τον ηθογραφικό ρεαλισμό. Ο Βασιλικός του Μάτεση εκδόθηκε στην Ζάκυνθο το 1958
από το τυπογραφείο του Ρωσσόλιμου. Ο Αντώνης Μάτεσης (1794-1875) γεννήθηκε στην Ζάκυνθο από
αριστοκρατική οικογένεια ενώ ανήκε στον κύκλο των λογίων του Διονύσιου Σολωμού. Ο συγγραφέας
έγραψε επίσης ποιήματα λυρικά και σάτιρες ενώ ανήκει στην Επτανησιακή λογοτεχνική σχολή. Η
Επτανησιακή σχολή δημιούργησε μια έντονη φιλολογική παράδοση που επηρεάστηκε από τη Δύση. Η
Βενετική κατοχή της Επτανήσου εισήγαγε στα νησιά αυτά έναν προηγμένο πολιτισμό με έντονες
επιρροές από τις αρχές του Διαφωτισμού. Στην Ζάκυνθο, στην Κέρκυρα και στην Κεφαλλονιά
δημιουργήθηκαν σχολεία, θέατρα και τυπογραφεία και κυρίαρχο γεγονός ήταν και η δημιουργία της
Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, ενώ η ζωγραφική και η μουσική παρουσίασαν αλματώδη άνθηση.
(Πηγές : Κώστα Θρακιώτη, Βικιπαιδεία, Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Γλώσσας ,ΘΈΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ Ο ΒΑΣΙΛΚΟΣ ΤΟΥ ΜΑΤΕΣΗ,
ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ)
[1]Παρατίθεται στο: Χρυσούλα Καραντζή-Ανδρειωμένου, «Η θεατρική γλώσσα και οι γραμματικές πεποιθήσεις του Αντωνίου Μάτεσι (1794-1875)», στο:
ΣΤ’ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997) : πρακτικά τ.4 (2004), σελ.152

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.