Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Πόσο σημαντικά είναι για την ιστορία της Κύπρου τα 2000 ειδώλια που βρέθηκαν το 1929 στην Αγία Ειρήνη; Ποιας χρονολογίας είναι; Ποια θεότητα λετρευόταν στο ιερό και με ποια πόλη συνδέεται αυτό; Ο Θεόδωρος Μαυρογιάννης, καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, δίνει μια νέα ερμηνεία: συνδέει το ιερό με το σπαρτιάτικο έθιμο των σφαιρέων, το οποίο χρονολογεί στα 660-600 π.Χ. 

Μάρτιος 1922: Καθ’ οδόν προς την Ελλάδα για τις ανασκαφές στην Ασίνη, ο Axel Persson, καθηγητής της Kλασικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, συναντά τυχαία τον Λουκή Πιερίδη της γνωστής οικογένειας, πρόξενο της Σουηδίας στην Κύπρο και συλλέκτη αρχαιοτήτων. Ο Πιερίδης ζητά από τον καθηγητή Persson να του δανείσει δέκα στερλίνες για την έκδοση βίζας στη Βουλγαρία, βεβαιώνοντάς τον πως θα του επιστρέψει τα χρήματα όταν φτάσει στην Αθήνα. Ο Persson ανταποκρίνεται θετικά χωρίς να πιστεύει, όπως γράφει ο ίδιος, ότι θα πάρει πίσω τα χρήματα. Τελικά, φτάνοντας στην Αθήνα παραλαμβάνει σ’ ένα φάκελο τα χρήματα που του χρωστούσε ο Πιερίδης και μια πρόσκληση για να στείλει μια αρχαιολογική αποστολή στην Κύπρο. Παράλληλα, έκανε μια δωρεά κυπριακών αρχαιοτήτων στον πρίγκιπα της Σουηδίας Γουστάβο Αδόλφο.

Αποδεχόμενος την πρόσκληση, ο Persson έπεισε έναν από τους ικανότερους φοιτητές του, τον 25χρονο τότε Einar Gjerstad, που συμμετείχε στην ανασκαφή του στην Ελλάδα, να αναλάβει την αποστολή στην Κύπρο. Έτσι, το 1927 η σουηδική αποστολή αρχίζει ανασκαφές στο νησί μας, με ιδιωτικούς πόρους και τη στήριξη του πρίγκιπα της Σουηδίας, που ήταν και ο ίδιος αρχαιολόγος. Η Κύπρος ήταν πρόσφορο πεδίο για αρχαιολογική δράση. Η αποστολή αποτελείτο από τρεις αρχαιολόγους, τον Einar Gjerstad (αργότερα καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λουντ), τον Erik Sjoqvist (που έγινε μετά καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον), τον Alfred Westholm (που έγινε διευθυντής της Πινακοθήκης του Γκέτεμποργκ), και τον αρχιτέκτονα John Lindros.

Νοέμβριος 1929. Ο πατέρας Προκόπιος, ιερέας στο (κατεχόμενο σήμερα) χωριό της Αγίας Ειρήνης στην επαρχία Μόρφου, μετέφερε στη Λευκωσία, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, το κεφάλι ενός πήλινου αγάλματος του 6ου αιώνα π.Χ., το οποίο ανακάλυψε τυχαία στο χωράφι του.  Οι Σουηδοί αρχαιολόγοι που έσπευσαν επί τόπου, θα πραγματοποιήσουν εντέλει μια από τις πιο σημαντικές ανασκαφές στο νησί: Στη θέση αυτή, στην Αγία Ειρήνη, έφεραν στο φως ένα μοναδικό, ασύλητο υπαίθριο ιερό. Στον χώρο αυτό βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, 2.000 πήλινα αγάλματα που απεικονίζουν ανδρικές ως επί το πλείστον μορφές και βοοειδή ζώα, τα οποία ήταν τοποθετημένα ως αναθήματα σε ημικύκλιο γύρω από τον βωμό του ιερού. Οι ανδρικές μορφές έφεραν πολεμική ενδυμασία αλλά δεν ήσαν οπλισμένες, και μαζί με τα ειδώλια ταύρων και τα άρματα παραπέμπουν στη λατρεία μιας ανδρικής θεότητας.

Ο πατέρας Προκόπιος κατέχει μια κεντρική θέση στην αφήγηση του Einar Gjerstad σχετικά με τη «μαγική ανασκαφή» στην Αγία Ειρήνη: «Άρχισε η ανασκαφή. Ο παπα-Προκόπιος πήγε στο χωράφι για να ευλογήσει τη δουλειά μας. Άπλωσε τα χέρια, μέσα από τα μακριά μανίκια του ράσου του, σε ικεσία…» περιγράφει ο Gjerstad. «Ο Ερρίκος (Erik Sjoqvist) μετρά και σχεδιάζει, κρατά σημειώσεις και παίρνει φωτογραφίες. Πλήθος από αγαλματίδια, πολλά πολεμικά άρματα που τα τραβούν τέσσερα άλογα και τα επανδρώνουν ηνίοχοι και πολεμιστές με πλήρη πανοπλία, μερικά μπρούντζινα αγαλματίδια και μεγάλος αριθμός αγαλμάτων σε φυσικό μέγεθος. Και όλα αυτά, τακτοποιημένα σε πλατιά ημικύκλια γύρω από έναν πέτρινο βωμό…».

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Μαυρογιάννη, καθηγητή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, η συγκέντρωση 2.000 ειδωλίων σε ένα χώρο λατρείας έχει μια παγκόσμια ιδιαιτερότητα. «Εκτός από τους θαμμένους στρατιώτες στο Μαυσωλείο του Πρώτου Κινέζου Αυτοκράτορα, δεν υπάρχει παγκοσμίως άλλο τέτοιο πράγμα. Αποτελεί μείζον αρχαιολογικό εύρημα και ιστορικό θέμα», σχολιάζει.

Τα 1.500 από τα 2.000 ειδώλια θα μεταφερθούν στην Σουηδία. Τα υπόλοιπα 500 ειδώλια που παρέμειναν στη Λευκωσία, σήμερα είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πρωτεύουσας.

Πόσο σημαντικά είναι για την αρχαία ιστορία της Κύπρου αυτά τα ειδώλια και ο ιερός χώρος που βρέθηκαν; Ποιας χρονολογίας είναι; Με ποια πόλη συνδέεται το ιερό και ποια θεότητα λατρευόταν; Ο Θεόδωρος Μαυρογιάννης, ο καθηγητής που πρώτος συνέδεσε τον τάφο της Αμφίπολης με τον τάφο του Ηφαιστίωνα, δίνει για πρώτη φορά μια ερμηνεία για τα ειδώλια αυτά. Όπως επισημαίνει, δεν υπάρχει καμιά σαφής αναφορά στη διεθνή βιβλιογραφία για την ταυτότητα της θεότητας στην Αγία Ειρήνη. «Τα ξέχασαν αυτοί που τα κατέχουν και δημοσίευσαν την ανασκαφή, τα ξέχασαν και αυτοί που τους ανήκουν ως πολιτιστική κληρονομιά. Πώς μπορούμε να ανασυνθέσουμε την ιστορία των Αρχαϊκών χρόνων της Κύπρου, χωρίς να ερμηνεύσουμε αυτό το ανάθημα;» αναρωτιέται.

Σύμφωνα με άρθρα Σουηδών αρχαιολογών που επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το μεγαλειώδες ανάθημα, υποστηρίζεται ότι ο ιερό στην Αγία Ειρήνη είναι φοινικικό, στο οποίο λατρευόταν ο θεός Μπάαλ (Baal). Ο δρ Μαυρογιάννης ωστόσο δίνει μια άλλη ερμηνεία: «Η σουηδική αποστολή κατέταξε τα ειδώλια αυτά στην Κυπροαρχαϊκή εποχή, η οποία όμως έχει υπερβολικά μεγάλη διάρκεια (8ος-6ος αι. π.Χ.). Εγώ τα χρονολόγησα στον 7ο αιώνα, την περίοδο 650-625 π.Χ., βάσει της τεχνικής της κοροπλαστικής με την οποία έγιναν τα μεγαλόσωμα πήλινα αγάλματα. Επίσης, βασίστηκα στο πώς είναι ενδεδυμένοι αυτοί οι άνδρες, αλλά και στην πολιτική ιστορία της περιόδου 650-600 στην Ανατολική Μεσόγειο και στον ανταγωνισμό των Ασσυρίων με τον Αιγύπτιο Φαραώ Ψαμμήτιχο Α΄. Βασίστηκα τέλος και στη σύγκριση με την παράλληλη αναβίωση του Ελληνισμού στο εμπόριο της Ναυκράτεως, στο Δέλτα του Νείλου, περί το 600 π.Χ., όπου και ιδρύεται το Ελλήνιον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι 2.000 άοπλοι στρατιώτες της Αγίας Ειρήνης έχουν στην κεφαλή τους τον πίλο ή τον κώνο ασσυριακού τύπου, που συνοδεύεται ενίοτε με περίζωμα αιγυπτιακού τύπου. Ωστόσο, πρόκειται για στρατιώτες που μιλούσαν Ελληνικά, όπως αναντίρρητα αποδεικνύεται από τη στήλη του Ασσύριου βασιλιά Εσαρχαδδών (663 π.Χ.) στην οποία μνημονεύονται οι βασιλείς της Κύπρου με τα ελληνικά τους ονόματα».

Πού στηρίζει όμως αυτή την καινοφανή ερμηνεία; «Τους στρατιώτες που είναι παραταγμένοι γύρω από μια σφαίρα, μπορούμε να τους ταυτίσουμε με εκείνους που συναγωνίζονται στο παιχνίδι της σφαίρας που εφαρμοζόταν στη Σπαρτιατική Αγωγή του Λυκούργου. Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του Παυσανία, όταν ενηλικιώνονταν οι Σπαρτιάτες αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα και εισέρχονταν στον στρατό. Είχαν περάσει την εφηβεία και ήσαν τέλειοι άνδρες, οι επονομαζόμενοι σφαιρείς. Από επιγραφές που βρέθηκαν, είναι βέβαιο ότι το 550 π.Χ. υπήρχε σε χρήση στη Σπάρτη το έθιμο των σφαιρέων, οι οποίοι αφιερώνουν αναθήματα στους Διόσκουρους μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Οι δίδυμοι Διόσκουροι αντιπροσωπεύουν τους κατεξοχήν προστάτες της σπαρτιατικής βασιλείας – δυαρχίας, των στρατιωτών αλλά και των ναυτικών. Αυτό το ελληνικό έθιμο, λοιπόν, πρέπει να επιβίωσε στην Κύπρο· οι στρατιώτες της Αγίας Ειρήνης είναι Διός κούροι, τα παιδιά του Δία. Έτσι, υποθέτουμε ότι το ιερό πρέπει να είναι αφιερωμένο στον Δία των Ελλήνων. Το έθιμο αυτό δεν μπορεί παρά να προέρχεται από τους Λάκωνες του Πραξάνδρου, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Λυκόφρονα και τον Στράβωνα, ήρθαν στην Κύπρο από την Θεράπνη της Λακωνίας στην Πελοπόννησο, και ίδρυσαν τη Λάπηθο».

Πώς εξηγείται όμως το γεγονός ότι οι στρατιώτες αυτοί, ενώ παρουσιάζονται με ασσυριακά και αιγυπτιακά ενδύματα, εκτελούσαν μια σπαρτιατική τελετή; «Είναι Λακωνο-φοίνικες», εξηγεί ο κ. Μαυρογιάννης. «Είναι αδύνατο περί το 600 π.Χ. οι Λάκωνες της Λαπήθου να παρέμειναν αλώβητοι από τις ανατολικές επιδράσεις της Σπάρτης. Αναρωτιόμαστε κατά πόσον είχαν συνείδηση ότι το έθιμο είχε φθάσει στην Κύπρο 400 χρόνια νωρίτερα. Μάλλον πρόκειται για «αδρανές κατάλοιπο», για μια «ανάμνηση» που δεν παύει να γοητεύει. Στις γραπτές πηγές η Λάπηθος παρουσιάζεται ως πόλη Φοινίκων κατά τους κλασικούς χρόνους. Στη μια πλευρά των νομισμάτων είναι η Ελληνίδα Αθηνά και στην άλλη η Αθηνά των Φοινίκων, η Ανάτ. Ήταν μικτή η ταυτότητα της Λαπήθου. Δεν αποκλείεται ο Ζευς των Ελλήνων να ταυτίστηκε με τον θεό Baal. Η ιστορία της Κύπρου είναι ένα φαινόμενο υβριδικό και επιμιξιών, δεν είναι ένα φαινόμενο φυλετικής καθαρότητας».

Στη συζήτησή μας, ο καθηγητής διευκρινίζει ότι τα συμπεράσματά του και η ερμηνεία που δίνει δεν έχουν να κάνουν με ιδεολογικές απόψεις. «Στην αρχαία κυπριακή ιστορία υπάρχουν προκατασκευασμένες θεωρίες. Κάποιοι θέλουν να βλέπουν Κύπριους, Έλληνες και Φοίνικες ή μόνο Φοίνικες. Είναι του συρμού να βλέπουν παντού Κύπριους. Εγώ προσπαθώ να βλέπω αντικειμενικά και σύμφωνα με την κριτική μου ικανότητα τόσο πολύπλοκα πολιτισμικά φαινόμενα», τονίζει. Τα συμπεράσματά του για το ιερό στην Αγία Ειρήνη θα τα δημοσιεύσει σύντομα στα αγγλικά και στα ιταλικά.

Ρωτήσαμε τον κ. Μαυρογιάννη αν θα έπρεπε τα ειδώλια να παρέμεναν τότε στην Κύπρο, αλλά και αν θα πρέπει σήμερα να διεκδικήσουμε τον επαναπατρισμό τους. «Μέσα στον κυκεώνα της γενικής λεηλασίας της Κύπρου, καλώς πήγαν τα ειδώλια στην πολιτισμένη Σουηδία. Θα χανόταν το ανάθημα και δεν θα το είχαμε ως ενότητα. Θα είχε διασκορπιστεί σε 1.000 κομμάτια και δεν θα ξέραμε καν ότι υπήρξε ως ενότητα. Όμως, θα πρέπει να πάρουν θέση οι Σουηδοί στη νέα ερμηνεία που παραθέτω», λέει. «Χρειάζεται να αποκατασταθεί ο διάλογος με τους φυσικούς κληρονόμους αυτής της υπέροχης αρχαιολογικής ανακάλυψης».

Ο διαμοιρασμός των αρχαιοτήτων

Στα τέσσερα χρόνια των εργασιών της σουηδικής αποστολής στην Κύπρο (μέχρι το 1931), ανασκάφτηκε και δημοσιεύθηκε πλήθος σημαντικών θέσεων όπως η Έγκωμη, η Κυθρέα, ο Άγιος Ιάκωβος, το Ιδάλιο, το Κίτιο, το Μάριο, η Αμαθούντα, η Λάπηθος, η Αγία Ειρήνη, το Βουνί, οι Σόλοι. Τα δύο τρίτα περίπου από τα μοναδικά αρχαιολογικά ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Σουηδία το 1931 και αποτελούν σήμερα τον πυρήνα των κυπριακών συλλογών του Μουσείου Μεσογειακών Αρχαιοτήτων (Medelhavsmuseet) της Στοκχόλμης, το οποίο ιδρύθηκε το 1954.

Πώς έγινε όμως ο διαμοιρασμός ανάμεσα στη Σουηδία και την Κύπρο; Από τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε, φαίνεται πως υπήρξε μια «νόμιμη κλοπή». Μετά από εκτεταμένες διαβουλεύσεις ανάμεσα στους Σουηδούς και την τότε αγγλική αποικιοκρατική κυβέρνηση, ο διαχωρισμός τους αποφασίστηκε βάσει της αρχής ότι ταφικά σύνολα έπρεπε να παραμείνουν αδιαίρετα, είτε στην Κύπρο είτε στη Σουηδία, ώστε να μη διασπαστούν τα αρχαιολογικά σύνολα. Εξασφαλιζόταν επίσης ότι η σουηδική αποστολή θα αποκτούσε αντιπροσωπευτικές σειρές ευρημάτων όλων των τύπων και περιόδων, μολονότι τα μοναδικά ευρήματα θα παρέμεναν στην Κύπρο. Στην πράξη όμως έγιναν σημαντικές παρεκκλίσεις από τις βασικές αρχές κατανομής των ευρημάτων. Η διαίρεση των πήλινων αγαλμάτων και ειδωλίων από την Αγία Ειρήνη, είναι μια ενδεικτική περίπτωση τέτοιων τροποποιήσεων. Η Σουηδία απέκτησε τελικά τα δύο τρίτα των ευρημάτων της σουηδικής αποστολής από όλη την Κύπρο. Περίπου 12.000 από τα συνολικά 18.000 κινητά ευρήματα, συσκευάστηκαν σε 771 ξύλινα εμπορευματοκιβώτια και μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικώς από τη Λευκωσία στην Αμμόχωστο, και από εκεί με πλοίο στη Σουηδία. Στη Σουηδία αποδόθηκε επίσης το σύνολο των διαγνωστικών οστράκων, απόφαση που εμπλούτισε ακόμη περισσότερο τις κυπριακές συλλογές της.

  Μαρία Παναγιώτου   
https://www.philenews.com/politismos/ky

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.