Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

 

Γράφει ο Μάνος Κιλημάντζος

….δεν γράφει, απλά αντιγράφει.. χωρίο απο το ‘ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ , του Φρ.Νίτσε , για τον Υπεράνθρωπο.

Δύσκολα σας βάζω, αλλά όποιος αντέξει μέχρι το τέλος θα έχει μια μεγάλη αφετηρία για πολλές σκέψεις:


Όταν είχα πάει στους ανθρώπους, τους βρήκα να επαναπαύονται πάνω σε μια παλιά έπαρση: όλοι πιστεύανε, ότι ήξεραν από πολύν καιρό, τι ήταν καλό και κακό για τον άνθρωπο.
Ένα παλιό, κουρασμένο πράγμα τους φαινόταν κάθε λόγος για την αρετή. Και όποιος ήθελε να κοιμηθεί καλά, αυτός, πριν πάει να κοιμηθεί, μιλούσε για «Καλό» και «Κακό».
Τους έδιωξα την υπνηλία τούτη, όταν δίδαξα πως: Τι είναι καλό και κακό, αυτό δεν το ξέρει κανένας ακόμη: – μόνο ο δημιουργός!
– Αυτός, όμως, είναι εκείνος που δημιουργεί τον σκοπό για τον άνθρωπο και που δίδει στην γη το νόημα της και το μέλλον της: αυτός μόνο δημιουργεί το καλό και το κακό μεταξύ των πραγμάτων.
Και τους κάλεσα να γκρεμίσουν όλες τις παλιές δασκαλικές έδρες τους, όπου μόνο η παλιά εκείνη έπαρση επαναπαυόταν. Τους κάλεσα να γελάσουν με τους μεγάλους δασκάλους της αρετής και τους αγίους τους, με τους ποιητές τους και τους κοσμοσωτήρες τους.
Τους κάλεσα να γελάσουν με τους στεγνούς σοφούς τους και με όποιον είχε βάλει στο δέντρο της ζωής ένα μαύρο σκιάχτρο, για να φυλάγεται.
Κάθησα στον μεγάλο τους δρόμο με τους τάφους σαν ψοφίμι και σαν γύπας και εγώ – και γέλασα με το Άλλοτε τους και με το ψαθυρό, ετοιμόρροπο μεγαλείο τους!
Αληθινά, σαν κήρυκας της μετάνοιας και σαν τρελός αναθεμάτιζα οργισμένος κάθε τι το Μεγάλο και το Μικρό τους – που το Καλύτερο τους ήταν έτσι ολωσδιόλου μικρό! Που το Κάκιστό τους ήταν έτσι ολωσδιόλου μικρό! – έτσι γέλασα.
Η σοφή επιθυμία μου φώναζε και γελούσε έτσι από μέσα μου, η σοφία μου που γεννήθηκε στα βουνά, μια άγρια σοφία, αληθινά! – η μεγάλη φτερουγοβοούσα επιθυμία μου.
Και πολλές φορές μ’ έσυρε μακριά και ψηλά και πέρα και καταμεσής του γέλιου: τότε πετούσα φρικιώντας, σαίτας όμοιος, μέσα από ηλιοπιωμένες εκτάσεις:
– πέρα, μέσα στα μακρινά μέλλοντα, που κανένα όνειρο δεν τα είδε ακόμη, σε πιο θερμούς νότους από αυτούς που ονειρεύτηκαν ποτέ ζωγράφοι: προς τα κει που οι θεοί, χορεύοντας, νιώθουνε ντροπή για κάθε ρούχο:
– για να μιλήσω με παραβολές, ακριβώς, και ποιητών όμοιος να χωλαίνω και να τραυλίζω: κι αληθινά ντρέπομαι που πρέπει ακόμα να είμαι ποιητής!
Όπου κάθε γίγνεσθαι μου φαίνεται χορός θεών και τόλμη θεών, κι ο κόσμος ελεύθερος κι αχαλίνωτος και στον εαυτό του να καταφεύγει: –
-σαν μια αιώνια φυγή πολλών θεών από τον εαυτό τους και επαναζήτηση του εαυτού τους, σαν μια ευτυχισμένη αντίφαση του εαυτού τους, επανάληψη του εαυτού τους, επανακατοχή του εαυτού τους –
Όπου όλος ο χρόνος μου φαινόταν μια ευτυχισμένη χλεύη της στιγμής, όπου η αναγκαιότητα δεν ήταν παρά η ίδια η ελευθερία, και όπου έπαιζε ευτυχισμένη με το κεντρί της ελευθερίας:
Όπου ξαναβρήκα και τον παλιό δαίμονα μου και άσπονδο εχθρό μου, το πνεύμα της βαρύτητας και όλα όσα έκαμε: τον Καταναγκασμό, τον Θεσμό, την Ανάγκη και τη Συνέπεια και τον Σκοπό και τη Θέληση και το Καλό και το Κακό
Γιατί μη και δεν πρέπει να υπάρχουν πράγματα που πάνω τους να χορεύουμε και να περνούμε χορεύοντας; Μη και δεν πρέπει να υπάρχουν τυφλοπόντικοι και βαριοί νάνοι για χάρη των Ελαφριών, των Ελαφρότατων;

Εκεί ήταν επίσης που μάζεψα από τον δρόμο τη λέξη «Υπεράνθρωπος» και πως ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί.
– πως ο άνθρωπος είναι γιοφύρι και όχι σκοπός: που μακαρίζει τον εαυτό του για το μεσημέρι του και για το βράδυ του σαν δρόμο προς νέες αυγές:
– τον λόγο του Ζαρατούστρα για το Μεγάλο μεσημέρι και ό,τι άλλο κρέμασα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, σαν δεύτερο πορφυρό δειλινό.
Αληθινά, ακόμη και νέα αστέρια τους έκανα να δουν και μαζί νέες νύχτες. Και πάνω στα σύννεφα και πάνω από νύχτα άπλωσα το γέλιο σαν πολύχρωμη τέντα.
Τους δίδαξα όλη μου την σκέψη και όλη μου την προσπάθεια: να ενώνουν σε Ένα και να συναρμολογούν ό,τι έχουν οι άνθρωποι κομματιασμένο και αίνιγμα και φριχτή τύχη –
– σαν ποιητής και μάντης και λυτρωτής της τύχης τους δίδαξα να δημιουργούν το μέλλον και να λυτρώνουν κάθε τι που υπήρξε, δημιουργώντας.
Το παρελθόν του ανθρώπου να λυτρώνουν και κάθε «ήταν» να μεταμορφώνουν, ίσαμε να πει η θέληση τους: «Μα έτσι το ήθελα! Έτσι το ήθελα να γίνει!»
– αυτό τους είπα, ότι σημαίνει Λύτρωση, αυτό μόνο τους δίδαξα να ονομάζουν Λύτρωση.
Τώρα προσμένω την Λύτρωσή μου – για να κατέβω μια τελευταία φορά σε αυτούς.
Γιατί Μία φορά ακόμα θέλω να κατέβω στους ανθρώπους: ανάμεσα τους θέλω να δύσω, πεθαίνοντας θέλω να τους δώσω το πλουσιότερο δώρο μου!
Από τον ήλιο, τον Πάμπλουτο, το διδάχτηκα αυτό. Όταν τον είδα και τον είδα και τον είδα να δύει: χρυσάφι σκορπά, τότε στη θάλασσα από ανεξάντλητα πλούτη.
– έτσι που και ο πιο φτωχός ακόμη ψαράς με χρυσό κουπί κωπηλατεί! Αυτό ακριβώς είδα, κάποτε, και τα δάκρυα δεν χορταίνανε το τρέξιμο τους στη θέα του.
Του ήλιου όμοιος θέλω να δύσει και ο Ζαρατούστρα: τώρα κάθεται εδώ και περιμένει, παλιές, σπασμένες πλάκες είναι γύρω του, καθώς και καινούριες πλάκες – μισογραμμένες.» ……..
Έτσι μίλησεν ο Ζαρατούστρα.

Για την αντιγραφή..

Μάνος Κιλημάντζος

ΣΑΛΑΜΙΝΙΩΝ ΒΗΜΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.