Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

.ΕΝΑ  ΣΠΑΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ  ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

…Γράφει ο Πάνος Καλουδάς.

…Πρόκειται για έναν θρύλο. Για ένα υπαρκτό ιστορικά πρόσωπο, που το όνομα του έχει χαρακτηρίσει τον ορισμό της ταχύτητας. Αφού δίκαια τότε, είχε θεωρηθεί, ως ο ταχύτερος
άνθρωπος στον κόσμο. Γιατί ναί, ο Σπύρος Λούης, ο θρυλικός Νερουλάς του Αμαρουσίου
ήταν ένας ήρωας, που μόνο σε παραμύθια θα μπορούσες να τον συναντήσεις. 
…Ή σε έναν από τους γραφικούς εκείνους καφενέδες του Μαρουσιού με μισή οκά ρετσίνα
πλάι του. Έτσι τον αντάμωσε τότε κι ο νεαρός ρεπόρτερ των »Αθηναϊκών Νέων» και κατόπιν
σπουδαίος λόγιος, συγγραφέας και δημοσιογράφος ο Δημήτρης Ψαθάς για μια συνέντευξη
Το κείμενο αυτό- θησαυρό, το βρήκαμε στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου της Αθήνας…
Και το ανασύρουμε για τους αναγνώστες του »Βήματος». Μιας και φέτος συμπληρώνονται..
125 χρόνια από την τεράστια εκείνη νίκη του θρυλικού Λούη, στους Ολυμπιακούς  Αγώνες 
του 1896 Και 85 χρόνια,από τότε που ο μεγάλος μας Ψαθάς του πήρε αυτή τη συνέντευξη
 –Βάλε λίγη ρετσινούλα για να λυθεί η γλώσσα, να που πούμε ούλα… Ξεκίνησε ο Λούης 
–Δε φθάνει μόνο η γλώσσα Σπύρο. Κι νους να λυθεί, για να γυρίσει 40 χρόνια πίσω.. Στην 
μεγάλη εκείνη ημέρα, Που μπήκες θριαμβευτής στο Ολυμπιακό Στάδιο..
–Γι’αυτό σου λέω. Βάλε κρασάκι στα κουπάκια να έρθουν όλα τα μεράκια. Ψαθάς είπαμε; 
Ναι Ψαθάς.. Δημήτρης Ψαθάς. Πρωί πρωί όμως Σπύρο μου κρασάκι; 
–Άμα θέλεις την υγεία σου, τέτοια ώρα να παίρνεις το κρασάκι σου. Δεν με βλέπεις εμένα
που είμαι ντούρος;  Τώρα άμα θέλεις πάω Μαραθώνα τρέχοντας. Και γυρνάω πίσω. 
–Αυτά που θα πούμε τώρα Σπύρο πόσες φορές τα έχεις πει;  Στα χρόνια που περάσανε;.
–Ου πολλές. Αμέτρητες. Μπορεί και πέντε χιλιάδες. 
–Και μια ακόμα τώρα; 
–Πέντε χιλιάδες μία. Κρασάκι δεν πίνεις. Κάνει καλό, γιατί είναι Μαρουσιώτικο. 
…Ήταν παραμονές που ο Λούης θα έφευγε με την ιερή Ολυμπιακή Φλόγα της Ολυμπίας 
για το στάδιο του Βερολίνου όπου θα διεξάγονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. του 1936 . Τρία  
μόλις χρόνια πρίν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο.. θρύλος του δαιμόνιου Έλληνα, 
είχε προηγηθεί πολύ πριν από αυτόν στην Γερμανική πόλη. Κι όλοι τον περίμεναν με τιμές.
Στη διάρκεια των αγώνων μάλιστα, ο Λούης συναντήθηκε και με τον πανίσχυρο πια, ηγέτη
τον Αδόλφο Χίτλερ.Όπου του είπε εκείνο το απίστευτο, το χαριτωμένο και πλέον ιστορικό
— Τι χαμπάρια Φύρερ μου; Πως πάει η οικογένεια; Κανένα κρασάκι πίνεις; 
…Το ακόλουθο κείμενο είναι ακριβώς το αυθεντικό, όπως υπάρχει στην Βιβλιοθήκη Χωρίς
καμία δική μου παρέμβαση. Όπου ο Σπύρος Λούης απαντάει στην ερώτηση του Δημήτρη
Ψαθά. Με μια χειμαρρώδη ροή, που εσκεμμένα δεν του την διακόπτει ο δημοσιογράφος..
Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από την νίκη του εκείνη, του 1896 Από τότε που ο Λούης
κέρδισε τον Μαραθώνιο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στον κόσμο. Μα δείχνει σαν να
μην πέρασε ημέρα.Τα θυμάται όλα με κείνη την ζωντανή αφηγηματική του παραστατικότητα
…Λέει ο δημοσιογράφος στον πρόλογο του.<< Δεν θα δυσκολευτείτε να τον βρείτε. Πάντα 
ήταν ο γνωστότερος τύπος του συμπαθητικού Μαρουσιού. Οποιονδήποτε ρωτήσετε, θα 
προθυμοποιηθεί να σας δείξει με υπερηφάνεια τον γηραιό μα ευσταλή Μαρουσιώτη με το
λεβέντικο κορμί και την ακόμα πιο λεβέντικη μουστάκα.Αυτός θα τερματίσει,το μεγαλύτερο
Μαραθώνιο τον οποίο γνώρισε ποτέ ο κόσμος για να μεταφέρει τη φλόγα στο στάδιο του 
Βερολίνου. Βρισκόμαστε λοιπόν, με τον θαλερό Μαραθωνοδρόμο, σε μια μικρή ταβέρνα 
του Μαρουσιού όπου ο Λούης, παίρνε το πρωινό του ρόφημα, μαζί με τον αχώριστο φίλο 
του Γιάννη  Μπροστά ένας αχνιστός πατσάς κι ένα κατοσταράκι. ρετσίνα.
–Λοιπόν Λούη..
–Ότι θέλετε.
–Να μας πεις για τον Μαραθώνιο αν δεν τον βαρέθηκες 
–Δεν τα βαριέμαι αυτά. Δουλειά μου έγινε και λιγάκι. Σε ρωτάνε. Μπορείς να μην πείς 
…Ήταν που λες, Μεγάλη Παρασκευή, του 1896.. Έτρεχε ο Παπασυμεών από το Μαρούσι
Και ο Καράς ο καφετζής, από το Χαλάνδρι. Έτρεχαν όλοι για να δουν, αν θα τα βγάλουν 
πέρα. Και για να έχουν το δικαίωμα να πάρουν μέρος στον Μαραθώνιο. Εγώ κι ένας 
Μαργέτης τους πήραμε από πίσω. Ο Παπασυμεών, έμεινε στον δρόμο. Ενώ ο Καράς ο Χαλανδραίος μπήκε στο Στάδιο Καταλαβαίνεις τώρα τι έγινε. Οι Χαλανδραίοι το βράδυ που
γυρνούσαμε, μας πήραν στη γιούχα. Πάρε μεζεδάκι..
–Ευχαριστώ..Λοιπόν; 
–Λοιπόν που λες, πάμε την Κυριακή του Πάσχα, στον Μαραθώνα Το πήραμε φιλότιμο οι Μαρουσιώτες Τι διάολο, να μας πάρουν τον αέρα, οι Χαλαντριώτες  Δεν θάχαμε μούτρα να
τους δούμε. Έρχεται μαζί μου, που λες ο φίλος μου από δω, ο Γιάννης ο Πέππας. Ο 
Μασούρης, ο Παπασυμεών, ο Λαυρέντης. Μπήκαμε σε μια παλιό-σούστα, με ένα μουλάρι
της κακιάς ώρας Γρουσούζικο και τζαναμπέτικο. Κλώτσαγε στο δρόμο το αφιλότιμο.
–Θυμάσαι Γιάννη; 
—Αν θυμάμαι λέει. Άλλοι πήγαν με τα πόδια. Καλά που είχαμε και την σούστα. 
–Ναι και πήγαμε που λες, στο σπίτι του δημάρχου, στον Μαραθώνα. Μας φίλεψε Καλοί 
άνθρωποι.Τη Δευτέρα του Πάσχα, είμαστε μαζεμένοι, καμιά εβδομηνταριά, να τρέξουμε 
δοκιμή που λέει ο λόγος Μπήκαμε στη γραμμή. Ένα ποτήρι γάλα,μας έδωσαν και λίγο 
ψωμί.. Ξεκινάμε. Πρώτος έρχονταν ο Λαυρέντης, Εγώ τέταρτος. Πέμπτος ο Γιάννης
Άμα μπήκαμε στο Στάδιο πιαστήκαμε. Είμαστε χάλια. Κουτσοί. Δεν μπορούσαμε να 
πατήσουμε τα πόδια μας. Μια φορά όμως το πήραμε απόφαση, Έπρεπε τέλος να βγούμε 
ασπροπρόσωποι. Την Πέμπτη λοιπόν, πάλι με την σούστα στο Μαραθώνα. Οι ξένοι είχανε 
πάει με αμάξια. Εμείς τη δουλειά μας. Μουλάρι που κλώτσαγε και τα ρέστα. 
Την Παρασκευή, που ήταν ο Μαραθώνιος εμείς, ακόμα πιασμένοι. Στη μιάμιση, αφού μας
είδε όλους ο γιατρός, μας βάζουν στη γραμμή και ρίχνουν την πιστολιά. 
Φεύγουμε. Οι ξένοι κάνανε πέρα. Σαν τα πουλιά. Εμείς τρέχαμε με ρέγουλα. Αργήσαμε
λιγάκι. Ώσπου τους λέω, »-Δεν φεύγουμε λίγο ρε παιδιά» Ανοίγουμε. Είμαστε κοντά με τον
Γρηγορίου. Φτάνω στον δρόμο της Ραφήνας  Κι ώσπου να πάω στο Πικέρμι, τους έχασα
Ο Γρηγορίου, έπεσε κάπου εκεί. Στον Μαντρίγκο έφθασα τον Βασιλάκο που τον είχαν όλοι
σίγουρο. Και σε αυτόν έλπιζαν. Γιατί ήταν ο καλύτερος της εποχής. Τον παρακολούθησα, 
επτά ως οκτώ χιλιόμετρα Τέταρτος εγώ, πέμπτος ο Βασιλάκος. Σιγά σιγά τον περνούσα.
Φτάνω στον Σταυρό. Πίνω μια πορτοκαλάδα, Του λέω »–Βασιλάκο εγώ φεύγω έρχεσαι; »
Δεν τα πολύ-κατάφερνε. Τραβάω μπροστά. Ο Τερμιζώ έπεσε στη Αγία Παρασκευή. Από 
κει και πέρα τους περνούσα τους ξένους έναν- έναν. Ερχόμουν δεύτερος. Μπροστά 
πήγαινε ο Αυστραλός. Ανοίγω με τρόπο. Τον φθάνω στην σχολή Χωροφυλακής. Ώμο με 
Ώμο παλαίψαμε πολύ ώρα. Ώσπου στο τέλος έπεσε κι αυτός. Διακόπτει ο κι Γιάννης
–Δεν είχε βλέπεις πιει κρασί Μαρουσιώτικο… Άντε στην υγεία μας.. 
–Στην υγεία σας.. Αυστραλός και ρετσίνα;  Που να την δουν τα μάτια του. 
…Τραβάω λοιπόν κατά κάτω. Με βλέπει πρώτος, ο κακομοίρης ο Ταγματάρχης, ο 
Παπαδιαμαντόπουλος και τον πιάνει το μεράκι. Τραβάει το πιστόλι και μπαμ- μπούμ από
τον ενθουσιασμό του. –Ίσα μου λέει Λούη και τους φάγαμε.
–Τους φαγωμένους λογαριάζεις..Του λέω..
–Θάρρος Λούη Άντε μου λέει. 
–Μωρέ τι θάρρος Τώρα πια; Ένα μαντήλι δώσε μου.Του λέω.Μου δίνει το μαντήλι 
Και τραβάω κάτω. Φθάνω σιγά σιγά. Ανοίγω. Στου Θών, μου δώσανε ένα κρασάκι Φθάνω
Ηρώδου Του Αττικού. από κοντά, ο Παπαδιαμαντόπουλος με το άλογο. 
–Το κουράγιο; Με ρωτάει..–Πρώτης του απαντώ. 
Μόλις έφθασα έξω από το Στάδιο,χαλάει ο κόσμος. »Ζήτω η Ελλάς» !!! φωνάζουνε. 
Μπαίνω μέσα πέφτει επάνω μου, ο διάδοχος και με αγκαλιάζει.. 
–Σύρε κόψε την κλωστή.. μου λέει. 
Μωρέ τι κλωστή. Σχοινί να βάλετε να το κόψω.! Ε ρε νιάτα ! Θυμάσαι Γιάννη εποχή;
–Αν θυμάμαι λέει..
Κόβω που λες την κλωστή, φέρνω και μια βόλτα τον γύρο του Σταδίου, για ασικλίκι 
Τα άλλα τα ξέρετε. 
…Επίλογος του συντάκτη Δημήτρη Ψαθά…
…Σήμερα πλέον ο Μαραθωνοδρόμος του Μαρουσίου, με αυτή την ανάμνηση ζει. Ετοιμάζεται
για το Βερολίνο. Δεν έχει ταξιδέψει άλλη φορά, παρά μονάχα κάποτε προ πολλών ετών στην
Αλεξάνδρεια. Έχει κάνει τις ετοιμασίες του.– Δυο φουστανέλες λεβεντιά. Σε δυο βαλίτσες τις
έχω. Έχεις δει το περιστέρι να βγαίνει από το αυγό του; 
–Όχι δεν έτυχε.
–Ε λοιπόν, αν τό βλεπες θα καταλάβαινες. Έτσι άσπρος σαν το περιστέρι θα μπω στο στάδιο
του Βερολίνου, να τους δώσω τη φωτιά. Τη Δευτέρα φεύγω.
–Καλό ταξίδι.
–Ευχαριστώ παιδιά. Θα το βγάλουμε πάλι ασπροπρόσωπο το Μαρούσι. Ασφαλώς και οι 
Χαλαντριώτες, για μια ακόμα φοράν, θα σκάσουν από το κακό τους. 
…Μερικές μέρες μετά, η Ελληνική Αντιπροσωπεία άνοιγε την μεγάλη παρέλαση των αθλητών
στο κατάμεστο στάδιο του Βερολίνου Προηγείτο ένα παιδί που κρατούσε την πινακίδα με την
ένδειξη GRICHENLAND …Ακολουθούσε Η Ελληνική Σημαία και μετά ο περήφανος Μαρουσιώτης..  Ο περήφανος Έλληνας φορώντας την άσπρη του φουστανέλα και το σκούρο 
του γιλέκο. Κρατώντας ένα φουντωτό κλαδί ελιάς στο δεξί του χέρι. 
Όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι για να τιμήσουν τον Μεγάλο Έλληνα.
Τον χρυσό Ολυμπιονίκη  Σπύρο Λούη.. ……………...
Για το Σαλαμινιων ΒΗΜΑ  Πάνος Καλουδάς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.