Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

 

 

Ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἀνατόλ Φράνς στὰ ἀποκαλυπτήρια τῆς προτομῆς τοῦ Ernest Renan

 

(Anatole France – 13 Septembre 1903)

Ὁ Ἀνατὸλ Φράνς (βραβευμένος μὲ Νόμπελ Λογοτεχνίας τὸ 1921 – πραγματικὸ ὄνομα, Ζὰκ Φρανσουὰ Τιμπό) μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν, ὑμνεῖ τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ.

 

 

Εἶμαι ἡ Σοφία. Εἶναι δύσκολο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς καλύτερους νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν ἀμέσως, μὲ τοὺς πέπλους ποὺ μὲ σκεπάζουν καὶ γιατί, σὰν τὸν οὐρανό, εἶμαι θύελλα συνάμα καὶ γαλήνη. Ἀλλὰ ἐσύ, καλέ μου κέλτη, μὲ ἀναζήτησες πάντα καὶ κάθε φορᾷ ποὺ μὲ συνάντησες, ἔβαλες τὰ δυνατά σου, μὲ ὅλο σου τὸ πνεῦμα καὶ ὅλη τὴν καρδιά σου γιὰ νὰ μὲ ἀναγνωρίσεις.

 

Ὅ,τι ἔγραψες γιὰ μένα, ὢ ποιητή, εἶναι ἀληθινό. Ἡ ἑλληνικὴ μεγαλοφυία μ’ ἔκανε νὰ κατεβῶ στὴ γῆ καὶ τὴν ἐγκατέλειψα ὅταν παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Οἱ βάρβαροι, ποὺ εἰσέβαλαν στὸν κόσμο τῆς τάξεως ποὺ ἔδωσαν οἱ νόμοι μου, ἀγνοοῦσαν τὸ μέτρο καὶ τὴν ἁρμονία. Ἡ ὀμορφιὰ τοὺς προκαλοῦσε φόβο καὶ τοὺς φαινόταν σὰν κάτι κακό. Βλέποντας πὼς ἤμουν ὄμορφη, δὲν πίστεψαν ὅτι ἤμουν ἡ Σοφία. Μ’ ἐδίωξαν. Ὅταν, σκορπίζοντας μία νύχτα δέκα αἰώνων, φάνηκε ἡ αὐγὴ τῆς Ἀναγεννήσεως, ξανακατέβηκα στὴ γῆ. Ἐπισκέφθηκα τοὺς ἀνθρωπιστὲς καὶ τοὺς φιλόσοφους μέσα στὰ κελιά τους, ὅπου μὲ πάθος φύλαγαν στὸ βάθος τῶν συρταριῶν τους μερικὰ βιβλία, τοὺς ζωγράφους καὶ τοὺς γλύπτες στὰ ἐργαστήριά τους, ποὺ δὲν ἦταν παρὰ φτωχικὰ μαγαζάκια τεχνιτῶν. Μερικοὶ προτίμησαν νὰ καοῦν ζωντανοί, παρὰ νὰ μὲ ἀπαρνηθοῦν. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Ἔρασμος, διέφυγαν ἀπὸ τοὺς ἠλίθιους ἀντιπάλους τους μὲ τὴν εἰρωνεία……

 

Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σκέψη, στὰ ἀνώτερα ἐπίπεδά της, εἶναι ἐλεύθερη, εἶμαι ἀκατάπαυστα ἀντικείμενο σεβασμοῦ τῶν ἐπιστημόνων, τῶν καλλιτεχνῶν καὶ τῶν φιλοσόφων. Ἀλλὰ ἀπὸ σένα δέχθηκα τὴν πιὸ τρυφερὴ καὶ τὴν πιὸ λιτὴ ἴσως λατρεία. Ἀπὸ σένα καὶ τὶς πιὸ ἁγνὲς καὶ γεμάτες πίστη προσευχές. Πάνω στὴν ἱερή μου Ἀκρόπολη, μπροστὰ στὸν ἐρειπωμένο Παρθενῶνα μου, μὲ χαιρέτησες μὲ τὰ ὡραιότερα λόγια ποὺ εἰπώθηκαν ποτὲ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ μέλισσες μοῦ ἀπέθεταν τὸ μέλι τους στὰ χείλη τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Πλάτωνος.

 

Οἱ ἀθάνατοι ὀφείλουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα νομίζεται σ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς λατρεύουν. Τοὺς ὀφείλουν τὴ ζωή. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα μυστήριο στὸ ὁποῖο μυήθηκες. Οἱ θεοὶ παίρνουν τὴν τροφή τους ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τρέφονται ἀπὸ τὸν καπνὸ ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν θυσιῶν τους. Ξέρεις ὅτι αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ οὐσία τους ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅλες τὶς σκέψεις καὶ ἀπ’ ὅλα τὰ αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων. Οἱ σπονδὲς τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων τρέφουν τοὺς ἀγαθοὺς θεούς. Οἱ μαῦρες θυσίες τῆς ἄγνοιας καὶ τοῦ μίσους παχαίνουν τοὺς ἀγροίκους θεούς. Τὸ ἔχεις πεῖ: Οἱ θεοὶ δὲν εἶναι πιὸ ἀθάνατοι ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ζοῦν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια, βραχύβιοι ἂν συγκριθοῦν μὲ τὰ χρόνια τῆς γῆς, ἢ ἔστω τῆς ἀνθρωπότητος, ἐλάχιστη καὶ ἀδιόρατη στιγμὴ τῆς ζωῆς τοῦ σύμπαντος. Σὲ δύο χιλιάδες χρόνια, οἱ φλογεροὶ ἥλιοι ποὺ ἐκτοξεύονται στὸ διάστημα, δὲν φαίνονται κάν νὰ ἔχουν μετακινηθεῖ.

 

Ἐγώ, ἡ Παλλὰς Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ μὲ τὰ ἀνοιχτόχρωμα μάτια, σὲ σένα ὀφείλω τὸ ὅτι ζῶ ἀκόμη. Ἀλλὰ ἦταν λίγο πρᾶγμα ἡ παράταση τῆς ζωῆς μου. Λυπᾶμαι τοὺς θεοὺς ποὺ σέρνονται μέσα στοὺς ἄχρωμους καπνοὺς ἑνὸς ὑπολείμματος λιβανιοῦ, τὴν χλωμὴ καὶ θλιμμένη παρακμή τους. Μ’ ἔκανες πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅσο ἤμουν. Μὲ ἔθρεψες μὲ τὴν δύναμή σου καὶ μὲ τὴν ἰδεολογία σου καὶ διὰ μέσου ἐσοῦ καὶ αὐτῶν πού σοῦ μοιάζουν, τὸ πνεῦμα μου πλάτυνε τόσο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ συμπεριλαμβάνει τὸ σύμπαν τοῡ Κέπλερ καὶ τοῦ Νεύτωνος…….

 

 

 Ἀνατὸλ Φράνς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.