Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Ο «ΚΕΦΑΛΟΣ – Το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλονιάς» έχει ξεκινήσει μία νέα δράση με τίτλο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» (ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ 4ο ΤΟΜΟ γίνονται δεκτές έως τις 31/12/2020 – ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ: ΕΔΩ) και προσκαλεί όλους τους Λογοτέχνες, Ποιητές και Συγγραφείς να συμμετάσχουν σ’ αυτήν. Σκοπός της εν λόγω δράσης είναι η προβολή μέσω αφιερωμάτων και συνεντεύξεων των σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών, Ποιητών και Συγγραφέων, είτε έχουν εκδώσει κάποιο βιβλίο είτε όχι και η δημιουργία του τέταρτου τόμου της «Εγκυκλοπαίδειας των Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία έχει συσταθεί σε μία ανεξάρτητη ιστοσελίδα με τη μορφή ηλεκτρονικών τόμων και την έκδοση δωρεάν e-book.

Στη σημερινή μας παρουσίαση στα πλαίσια της δράσης: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ», θα σας παρουσιάσουμε τη λογοτέχνιδα, Μαίρη Κανάκη, η οποία συμμετέχει στην «Εγκυκλοπαίδεια Σύγχρονων Ελλήνων Λογοτεχνών» και απάντησε στις ερωτήσεις του Δημοσιογράφου, Λογοτέχνη και Εκδότη του Περιοδικού Κέφαλος, κ. Πλούταρχου Πάστρα, για το λογοτεχνικό της έργο, τα βιβλία και τη λογοτεχνία.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΙΡΗ ΚΑΝΑΚΗ

  1. Αν έπρεπε να δώσετε έναν ορισμό για τη λογοτεχνία, ποιος θα ήταν αυτός;

Λογοτεχνία είναι ένα ατέλειωτο παιχνίδι με λέξεις και εικόνες. Ένα κυνήγι θησαυρού που πολλοί θα διασκεδάσουν παίζοντας, αλλά μόνο λίγοι θα καταφέρουν να βρουν τελικά τον θησαυρό.

  1. Τι μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία μπορεί σίγουρα να τον κάνει πιο «άνθρωπο». Μπορεί να του ξεριζώσει στερεότυπα, να του ανοίξει ορίζοντες και να δει την πραγματικότητα με έναν διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να του ξεκλειδώσει όνειρα και να του καλλιεργήσει ευαισθησίες. Και το κυριότερο: Να αγαπήσει την ίδια του την ζωή!

  1. Η ποίηση στις ημέρες μας δεν έχει τη θέση που κατείχε παλαιότερα. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό και πως θεωρείτε ότι θα είναι το μέλλον της;

Ο ρεαλισμός κι η ψυχρή πραγματικότητα έχουν βάλει την ποίηση στην άκρη. Σαν να την έχουν τιμωρήσει επειδή τους δείχνει τον δρόμο για μία πιο εναλλακτική εκδοχή αυτού του κόσμου. Πιστεύω πως μελλοντικά θα ανθίσει η ποίηση και πάλι, αλλά σίγουρα με μία διαφορετική μορφή. Θα συνδυάζει την εικόνα με το κείμενο ή κάποια μορφή video art.

 

  1. Πότε ξεκινήσατε ν’ ασχολείστε με την τέχνη του λόγου και ποιος ήταν ο λόγος που σας παρότρυνε;

Ξεκίνησα το 2016, όταν ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ τις ιστορίες μου με περισσότερο κόσμο.

  1. Γιατί γράφετε;

Γράφω γιατί έτσι γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου. Έπειτα, είναι ένα είδος απόδρασης από την πίεση και τις υποχρεώσεις της καθημερινής ζωής κι ένας τρόπος για να νιώσω δημιουργική και γεμάτη.

  1. Ποια είναι η πηγή της έμπνευσής σας; 

Κυρίως η δουλειά μου. Το σχολείο κα οι μαθητές μου πάντα αποτελούσαν πολύ καλό υλικό για καινούριες και φρέσκες ιδέες. Νιώθω τυχερή που δουλεύω σε ένα Γυμνάσιο κι έρχομαι καθημερινά σε επαφή με εφήβους. Επίσης, επειδή σχεδόν καθημερινά διανύω αρκετές χιλιομετρικές αποστάσεις στο βουνό και την άσφαλτο τρέχοντας, η φύση κι οι άνθρωποι που συναντώ πάντα με εμπνέουν και μου δίνουν τροφή για γράψιμο.

  1. Με ποιο λογοτεχνικό είδος ασχολείστε περισσότερο;

Το μυθιστόρημα και το διήγημα. Τελευταία βέβαια μου αρέσει πολύ και το παραμύθι.

  1. Μιλήστε μας για το λογοτεχνικό σας έργο.

Το 2017 έγραψα το πρώτο μου εφηβικό μυθιστόρημα με τίτλο «Όταν το καλοκαίρι συναντά τον χειμώνα» και το 2019 το δεύτερο με τίτλο «Ο Σήφης θέλει χώρο» και τα δύο από τις Εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ στην Πάτρα. Πολλά διηγήματά μου έχουν κερδίσει βραβεία και επαίνους σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχουν εκδοθεί σε συλλογές.

  1. Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο που έχει τίτλο: «Ο Σήφης θέλει χώρο».

Πρόκειται για ένα βιβλίο που προσπαθεί να μας φέρει κοντά στον κόσμο των διαφορετικών παιδιών, εκείνων που έχουν μαθησιακές, κοινωνικές και οικογενειακές δυσκολίες. Θεωρώ πως καλλιεργεί την ενσυναίσθηση και μας κάνει να πιστέψουμε πως τελικά η διαφορετικότητα είναι προσόν κι όχι «βραχνάς». Αν και τυπικά είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα, εντούτοις, ο κεντρικός του ήρωας, ο Σήφης, μέσα από τις περιπέτειές του κερδίζει το ενδιαφέρον τόσο των μικρών, όσο και των μεγαλύτερων αναγνωστών. Είναι ένα χαρούμενο πλάσμα που ψάχνει να βρει αποδοχή.

  1. Ποια είναι η αγαπημένη σας ώρα μέσα στην ημέρα που κάθεστε και γράφετε;

Ανάλογα την εποχή. Λατρεύω τις νύχτες τον χειμώνα και τα πρωινά το καλοκαίρι.

  1. Ποιο θεωρείτε πως είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός Best Seller;

Στις μέρες μας πιστεύω ότι παίζουν ρόλο περισσότερο οι δημόσιες σχέσεις, η διαφήμιση, η προώθηση και η διάθεση του βιβλίου. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι ένα καλό βιβλίο δεν θα προχωρήσει αν δεν έχει όλα τα παραπάνω.

  1. Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε; 

Το έντυπο. Αγαπώ τους ήχους του.

  1. Ποια συμβουλή θα δίνατε σ’ ένα νέο λογοτέχνη;

Να μην απογοητεύεται και να ολοκληρώνει πάντα το έργο του.

  1. Τώρα ας περάσουμε στην πλευρά του αναγνώστη. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

    «Ήλιος με δόντια», Μακρυδάκης
  1. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ο Μίλαν Κούντερα, ο Ίρβιν Γιάλομ, ο Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ηλίας Βενέζης, ο Χωμενίδης κι ο Αύγουστος Κορτώ.

  1. Ποια είναι τ’ αγαπημένα σας βιβλία;

«Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Αιολική γη», «Η αβάστακτη ελαφρότητα του είναι» και πολλά άλλα.

  1. Τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Θα ήθελα να εκδώσω εν καιρώ ένα παραμύθι, μία συλλογή διηγημάτων κι ένα ακόμη εφηβικό μυθιστόρημα!

*     *     *

«Όταν αργεί η άνοιξη να φτάσει…»

(της Μαίρης Κανάκη)

Στις παρυφές του Ολύμπου.

Μάρτης.

Μπήκε η Άνοιξη. Καιρός να πάρω μια ανάσα. Σε άλλα μέρη, φόρεσαν βραχιόλια από κόκκινα και άσπρα κορδόνια για να μην τους κάψει ο ήλιος. Εγώ ακόμη μετράω τα κίτρινα φύλλα που είναι σωριασμένα κοντά στα πλατάνια και στις οξιές. Καφέ χρώματα στα μονοπάτια. Ροζ στους ουρανούς. Μπερδεύονται για άγνωστο λόγο τα όνειρά μου. Σταγόνες βροχής ξεπλένουν τις γυαλισμένες πέτρες που άλλοτε τις έλεγαν κροκάλες. Οι πατημασιές μου γλιστρούν πάνω στα ξύλινα γιοφύρια. Ο ήχος της βροχής παίζει μουσική παντού. Στις τσίγκινες υδρορροές, στα σπασμένα κεραμίδια και στα ποτάμια. Μοιάζει η άνοιξη να έχει μπερδευτεί. Ακόμη φλερτάρει ασύστολα με τον χειμώνα.

Χαζεύω τις κορυφές που μέρα με την μέρα αλλάζουν. Πενήντα πέντε τις έχουν μετρημένες. Τον χειμώνα όλο στρογγυλεύουν κι όλο ασπρίζουν μέρα με τη μέρα από το πολύ το χιόνι. Το θέλουμε το χιόνι στο χωριό. Θα έχουμε νερό το καλοκαίρι. Να ξεδιψάμε άνθρωποι και ζώα. Τρέμουμε μόνο τον «ρογκά». Θερίζει τολμηρούς ορειβάτες. Κι η βροχή κάποιες φορές πνίγει ανυποψίαστους συγχωριανούς. Τα ποτάμια ορμούν και το νερό τυλίγεται σαν  υγρός κόμπος. Στην βαρυχειμωνιά, οι διαφανείς κρύσταλλοι στολίζουν τις σκεπές και παγώνουν τις καρδιές μας. Αγριεύω.

«Γρήγορα να φύγει κι ο Μάρτης που κρατά την Άνοιξη φυλακισμένη!», σιγοψιθυρίζουν οι μανιές στα καλντερίμια. Ξεχνάνε τα γηρατειά τους. Ανθίζουν τα μέσα τους και παίρνουν τον δρόμο για να μαζέψουν τσάι.

Απρίλης.

Περπατάω κι ανταμώνω νεραΐδες. Πότε στο φαράγγι και πότε στις χαμηλές κορφές του βουνού. Φουσκώνει από νερό το ποτάμι. Λιώνουν τα χιόνια, ανθίζει ο τόπος. Το νερό ενώνει τα ψηλά με τα χαμηλά. Τα κρύα με τα ζεστά. Το θεϊκό με το ανθρώπινο στοιχείο. Το νερό δεν σταματά ποτέ να κυλά. Σημάδι πως η Άνοιξη είναι πια εδώ. Ξεδιπλώνει τα μυστικά του Ενιπέα και διαταράσσει την ηρεμία στις μικρές λίμνες κάτω από τους καταρράκτες του Ορλιά. Λένε πως η άνοιξη αργεί πολύ να φτάσει σε τούτο το βουνό. Αλήθεια λένε. Σαν φτάσει όμως, είναι ένας μαγικός οδοστρωτήρας. Οτιδήποτε προηγούμενο, δεν έχει πια καμία τύχη.

Μάης.

Φτάνουν οι μαύροι σκορπιοί στο ρέμα. Νεκρά ζώα, διαμελισμένα, καταλήγουν να κάνουν ανιαρές βαρκάδες στο ποτάμι. Φαίνεται πια μόνο λίγο χιόνι στη σχισμή. Ανάμεσα στον Μύτικα και το Στεφάνι. Ανήλια η σχισμή, απάτητο το χιόνι. Στεγνώνουν τα ποτάμια στα πιο χαμηλά. Βγαίνουν οι χελώνες με τα μεγάλα καβούκια. Πιο σπάνια και τα φίδια. Χαλαρώνω.

Αφυδατωμένοι πεζοπόροι ξεπλένουν πρόσωπα και κούραση. Το παγωμένο νερό ξεκουράζει μύες και μαλακώνει την σκέψη. Το θνητό μου μυαλό ονειρεύεται πως συνεχίζει να διαβαίνει στα μονοπάτια των θεών.

Στις παρυφές του Ολύμπου, λέμε πως η άνοιξη στα σίγουρα πια αφεντεύει σαν βρεθούμε στα δυο χιλιάδες μέτρα και δεν πατήσουμε χιόνι. Από κει ψηλά, τις ανοιξιάτικες μέρες αγναντεύω έως τη θάλασσα. Ξεθαρρεύουν οι ορειβάτες κι ανοίγει ο δρόμος για τον θρόνο του Δία. Τα πουλιά έχουν χαρούμενο τραγούδι και το βουνό βάζει την πράσινη φορεσιά του. Κάπου στο βάθος, αρχίζει να αχνοφαίνεται και το καλοκαίρι…

Μανιά= γριά στην τοπική διάλεκτο του Λιτοχώρου Πιερίας

Ρογκάς=χιονοστιβάδα στην τοπική διάλεκτο του Λιτοχώρου Πιερίας

«Οριστική του μέλλοντα»

(της Μαίρης Κανάκη)

Νησιώτης. Από πατέρα κι από μάνα. Στερνό παιδί και μονάκριβο παλικάρι για τη μαμά, έντιμος άντρας για τον πατέρα. Γεννήθηκε πρόωρα ένα χειμωνιάτικο πρωινό στα μέσα του Γενάρη στο σπίτι.  Μοναδική βοήθεια μια παχουλή γειτόνισσα που ήξερε από γεννητούρια. Η κακοκαιρία κρατούσε δεμένα τα καράβια για μέρες. Από μικρό παιδί χαμογελούσε συχνά. Διακριτικά, όμως, πάντα. Φαινόταν να απολαμβάνει τη ζωή σε όλες τις εποχές της. Από το καλοκαίρι έως τον χειμώνα. Μοναδικό του όπλο το όνειρο. Με τις ώρες ονειροπολούσε. Με μάτια κλειστά κι ανοιχτά. Στα ανοιχτά μάτια, στεκόταν συνήθως μπροστά στο λιμάνι. Χάζευε τα καράβια που έμπαιναν κι έβγαιναν για μακρινά και κοντινά μέρη. Στα κλειστά μάτια, ήταν πάντα μόνος κι αληθινός. Ονειρευόταν χωρίς άγχος πως βρισκόταν σε άγνωστους για εκείνον προορισμούς…

Είχε πει κι αυτός ότι θα φύγει. Ο Ιορδάνης πνιγόταν πια στο νησί. Όχι μέσα στα νερά, μα στη στεριά του. Ίδιος κόσμος παντού. Τα καλοκαίρια βέβαια ήταν κάπως καλύτερα. Υπήρχε κόσμος, αλλά κυρίως μπούγιο. Φοβόταν από παλιά,  η αλήθεια είναι, να αναμειχθεί με το άναρχο πλήθος που κρεμούσε φωτογραφικές μηχανές στον ώμο και μύριζε πρωί βράδυ λάδι καρύδα. Τον έπιανε αμόκ με τις διάσπαρτες τσιρίδες τους και λούφαζε ξανά στην μοναξιά του.

«Μάνα, θα φύγω. Θα πάω Αθήνα. Δεν αντέχω άλλο εδώ.», έλεγε με στόμφο όταν σουρούπωνε στο νησί τον χειμώνα.   Λάτρευε, καθώς φαίνεται, να σχηματίζει προτάσεις στην οριστική του μέλλοντα.

Η μάνα κουνούσε καταφατικά το κεφάλι. Το έκανε πάντα σε τέτοιες δηλώσεις. Ήξερε καλά πως μόνο στον ύπνο του μπορούσε να ταξιδεύει. Στον ξύπνιο δεν θα του συνέβαινε ποτέ. Απολάμβανε μονάχος να χαζεύει πλοία να σαλπάρουν και να θορυβούν με το φουγάρο τους, μα εκείνον δεν τον παρέσερνε ποτέ κανένα. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του μάλιστα το είχε σε κακό να φύγει. Τώρα τελευταία μόνο κατέβαινε τολμηρά στο λιμάνι για να καταστρώσει μεγαλεπήβολα σχέδια.

«Άραγε να είμαι γεννημένος μόνο για λιμάνια κι όχι για πλοία;», μονολογούσε ο Ιορδάνης και θύμωνε με τον εαυτό του κάθε φορά που άλλο ένα βαπόρι αναχωρούσε από το λιμάνι χωρίς εκείνον και τις αποσκευές του.

Τότε ήταν που κατέβαζε υποτακτικά το κεφάλι, γυρνούσε την πλάτη στη θάλασσα κι έπιανε την μεγάλη ανηφόρα για τη χώρα. Άλλη μια μέρα χωρίς εισιτήριο στα χέρια, άλλη μια μέρα με σκασμένα τα μέσα του, άλλη μια μέρα που θα γίνει σύντομα νύχτα και μετά πάλι μέρα…

Τον αγαπούσε τον τόπο του ο Ιορδάνης. Ήξερε και το παραμικρό. Το κρυφό μονοπάτι για τον Άη Λια, τον σκύλο που δάγκωνε έξω από το μοναστήρι ψηλά στο βουνό, την αιωνόβια θεία Μαριγώ. Μα κι ο ίδιος πασίγνωστος ήταν. Τριγυρνούσε ακούραστα στα σοκάκια του νησιού κι αντάλλασσε ακούραστα καλημέρες και καλησπέρες με τον κόσμο. Μπροστά από τα λευκά ξωκκλήσια στεκόταν με ευλάβεια λίγο παραπάνω. Σταυροκοπιόταν τρεις τέσσερις φορές, διατείνοντας τα χέρια κι ήταν σαν με τις κινήσεις του αυτές να έβαζε τον Θεό μέσα του. Συνομιλούσε έτσι ο Ιορδάνης με τα Θεία. Πολλοί το είχαν καταλάβει αυτό, γι’ αυτό συνέχεια χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο στα καλντερίμια.

«Ιορδάνη, ξεμάτιασε τον Γιωργάκη που έχει γκρίνια…!», «Ιορδάνη, ξεμάτιασε τον Μπάρμπα Θόδωρο γιατί η πίεση του πήγε 100!», έλεγαν όλοι ελπίζοντας στα μαγικά ευχολόγια του Ιορδάνη. Κι έτσι εκείνος μουρμούριζε λόγια και ευχές καθώς περπατούσε γοργά κι ένιωθε περήφανος που έδινε σε φίλους και γνωστούς την ελπίδα.

Στις δικές του όμως κακοτοπιές τα ξεματιάσματα δεν έπιαναν. Όσες φορές κι αν ευχήθηκε κάτι για τον εαυτό του ποτέ δεν είδε αλλαγή προς το καλύτερο. Ούτε τότε με την Ζωή. Η Ζωή ήταν ο μεγάλος του έρωτας. Επί τρία χρόνια βλέπονταν στα κρυφά και μοιράζονταν σκηνές από το κοινό τους μέλλον.

«Θα κάνουμε οικογένεια. Θα πάμε στην Αθήνα. Βέβαια τα καλοκαίρια θα τα περνάμε εδώ, στο νησί μας!», έλεγαν με ενθουσιασμό κι έπεφτε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με λατρεία.

Όταν ήρθε η ώρα όμως για αποφάσεις ο Ιορδάνης έκανε πίσω. Δεν μπορούσε να αφήσει τα μελίσσια του και να κυνηγήσει άγνωστη ζωή στην μεγαλούπολη. Φοβόταν.

«Άσε, Ζωή. Θα φύγουμε αργότερα. Η Αθήνα μπορεί να περιμένει. Που να βρεθούμε και που να σταθούμε τώρα στην πρωτεύουσα χωρίς βοήθεια από κανέναν!», είπε τελεσίδικα ο Ιορδάνης στη Ζωή ένα μεσημέρι μέσα στο καλοκαιρινό λιοπύρι. Η Ζωή έσφιξε πρώτα τα χείλη και μετά τα δόντια.

«Η Αθήνα μπορεί να περιμένει, Ιορδάνη. Εγώ, όμως, όχι! Θα πάω μόνη μου. Θα κάνω μια καινούρια αρχή, όπως εγώ την θέλω!», είπε κι έκανε να φύγει. Είχε κολλήσει κι αυτή το συνήθειο να φτιάχνει πολυσήμαντες προτάσεις στην οριστική του μέλλοντα.

Κι έτσι χώρισαν οι δρόμοι τους. Παρόλα αυτά, ούτε η Ζωή έφυγε για Αθήνα. Παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο και στην Αθήνα ανέβαινε μόνο για να γεννήσει. Άπλωνε κάθε πρωί ατέλειωτες μπουγάδες με μαεστρία και ο Ιορδάνης χάζευε τα ζιπουνάκια των νεογέννητων κάθε τόσο. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ τους. Ο χωρισμός τους ήθελε ησυχία, χαμηλά βλέμματα και υπεροπτικό ύφος. Κάθε φορά που έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο ο Ιορδάνης έλεγε από μέσα του «Δεν μετανιώνω, δεν μετανιώνω, δεν μετανιώνω!», τρεις ακριβώς φορές, μέχρι να εξαφανιστεί η Ζωή με τα κουτσούβελά της από μπροστά του. Έπρεπε να επιβληθεί στις αποφάσεις του. Έπρεπε να βγάλει κάθε ενοχλητικό «εάν» από το μυαλό του. Η Ζωή από τη μεριά της ένιωθε πως προχωρούσε μπροστά στη ζωή της, ενώ ο Ιορδάνης θα έμενε στάσιμος για πάντα. Κι έτσι κανείς δεν ξαναενόχλησε κανέναν.

Ο Ιορδάνης ήταν μελισσοκόμος από τους λίγους. Το πρωί ήταν αφιερωμένο στις μέλισσες. Το θυμαρίσιο μέλι του στο Κυκλαδίτικο νησί που ζούσε  ήταν πασίγνωστο και ένιωθε περήφανος για αυτό. Το καλοπλήρωναν τα ξενοδοχεία του νησιού κι έτσι είχε πάντα λεφτά στα χέρια του. Τα μεσημέρια είχε δουλειές με φούντες. Βοηθούσε τη μητέρα του άλλοτε να καθαρίσει και να πλύνει τα χόρτα που μάζευε όλο το πρωί από τα βουνά, άλλοτε να φτιάξουν τις ελιές με το χοντρό αλάτι κι άλλοτε να τρίψουν ώριμες Σεπτεμβριάτικες ντομάτες για το χειμώνα.

«Είμαι το δεξί χέρι της μάνας!», έλεγε σε όλους.

«Το δεξί και το αριστερό μαζί!», συμπλήρωνε η μητέρα του, όταν τον άκουγε να μιλάει για τις δουλειές που έκαναν από κοινού.

Με τους συνομήλικους του δεν έκανε παρέα από μικρό παιδί. Για τον Ιορδάνη, ήταν όλοι βαρετοί, δεν είχαν όνειρα. Για τους άλλους, ο Ιορδάνης ήταν παλαβός και ονειροπαρμένος. Εκεί λοιπόν στα όνειρα και στην οριστική του μέλλοντα ήταν τελικά που δεν τα έβρισκαν ποτέ τους. Τους μεγαλύτερους του, όμως, ο Ιορδάνης τους σεβόταν. Άκουγε ακούραστα τις ιστορίες τους, τα ατέλειωτα παράπονα τους από την κοινωνία και τα κατορθώματα των εγγονιών τους που σπούδαζαν σε καλά πανεπιστήμια της Αθήνας. Αχ, αυτή η Αθήνα! Κρυφός πόθος και φόβος για τον Ιορδάνη!

Το αγαπημένο παιχνίδι του Ιορδάνη ήταν το κρυφτό με τους τουρίστες τα καλοκαίρια. Τρύπωνε σε ερειπωμένα σπίτια κι όταν πλησίαζαν οι ανυποψίαστοι περιηγητές έβγαζε το ολοστρόγγυλο κεφάλι του με τα λιγοστά μαλλιά του και ξεστόμιζε «Comment ca va?» με τη βαριά του φωνή. Οι ξαναμμένοι τουρίστες, Γαλλόφωνοι ως επί το πλείστον, πετάγονταν ψηλά από τρομάρα κι εκείνος χαμογελούσε μοναχός με το χιούμορ του.

Αυτό το καλοκαίρι, όμως, δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Αυτό το καλοκαίρι δεν περνούσε με τίποτα. Βάσανο ο Ιούλης. Ζέστες μεγάλες για πολλές ημέρες και Βορριάδες που σε αφήνανε με ένα μόνιμο βουητό στα αυτιά. Ο Ιορδάνης πήγαινε κι ερχόταν ανόρεχτα στα μελίσσια και τις νύχτες έπεφτε για ύπνο από τις 9. Ένα βράδυ, στα τέλη Ιούλη, που δεν του κολλούσε ύπνος, είπε να φτιάξει μια βαλίτσα για να την έχει έτοιμη για Αθήνα. Έτσι, στα ψέματα. Έτσι, για να σκεφτεί τι θα έβαζε μέσα. Έτσι, για να νιώσει το συναίσθημα του ταξιδιού και της φυγής.

Την άνοιξε διάπλατα στο πάτωμα. Τη χάζευε για ώρα σαν ολόγυμνη γυναίκα στο κρεββάτι του. Αυτή η βαλίτσα είχε ανοίξει τα εσώψυχά της για εκείνον. Θα χωρούσε μέσα της τα προσωπικά του αντικείμενα, όσα δεν μπορούσε να αποχωριστεί και με όσα θα ήθελε να κάνει μαζί μια καινούρια αρχή στην Αθήνα.

Έβαλε μέσα το ψάθινο καπελάκι του. Μπορεί να μην ταίριαζε τόσο στο Αθηναϊκό κλίμα, μα θα το κρεμούσε σαν πίνακα ζωγραφικής στο σπίτι που θα νοίκιαζε στην Αθήνα για να θυμάται τον καυτό ήλιο στο νησί. Ξεκρέμασε από το σαλόνι τη φωτογραφία του παππού Ιορδάνη  από τον οποίο λέγανε πως είχε πάρει όλη τη λεβεντιά. Την έβγαλε με προσοχή από το καδρόνι και την τοποθέτησε κάτω από το ψάθινο καπέλο για σιγουριά. Ύστερα σκεφτόταν τι άλλο να βάλει μέσα στη βαλίτσα, μα δεν ήξερε από αποσκευές ο Ιορδάνης, δεν σκάμπαζε από ταξίδια, δεν γνώριζε πως να καταστρώνεις σχέδια για το αύριο. Ένιωθε, άλλωστε, τόσο έτοιμος ο ίδιος με το ψάθινο καπέλο και την ασπρόμαυρη φωτογραφία στη βαλίτσα σαν να είχε αιχμαλωτίσει για πάντα όλο το καμάρι και την αρχοντιά. Έκλεισε την τσάντα με αυτοπεποίθηση και την έσπρωξε κάτω από το διπλό κρεββάτι που πλάγιαζε τα μεσημέρια και τα βράδια. Από σήμερα ήταν ετοιμοπόλεμος. Από σήμερα μπορούσε να φύγει ανά πάσα ώρα και στιγμή για Αθήνα στα αληθινά. Είχε το πλατύ, ψάθινο καπέλο και την πολυκαιρισμένη φωτογραφία κλειδωμένα στη βαλίτσα. Μπορούσε να πει «Θα φύγω αύριο!» και να το εννοεί. Σαν να άνοιγε ο δρόμος για την οριστική του μέλλοντα, σαν να κρατούσε μισό εισιτήριο για την μεγάλη απόδραση από το νησί.

Κι ύστερα μπήκε ο Αύγουστος. Στα σοκάκια ο Ιορδάνης είχε διαρκείς μετωπικές συγκρούσεις με τις ορδές των τουριστών. Χειρότερα από κάθε προηγούμενη χρονιά. Δεν έλεγχε το σώμα του, δεν όριζε τη σκέψη του και το μυαλό του. Μοναδικό ενδιαφέρον το ολόγιομο φεγγάρι στα τέλη του μήνα. Το περίμενε πως και πως. Πίστευε πως μια νύχτα με πανσέληνο θα είναι η ιδανική βραδιά για το ταξίδι του στην Αθήνα. Σκεφτόταν το πλοίο να ακολουθεί την πορεία υπό το σεληνόφως κι ανυπομονούσε για τη μεγάλη στιγμή. Σαν σουρούπωνε, ανέβαινε ψηλά στο βουνό και έστηνε ενέδρα. Αγνάντευε το λιμάνι και τα πλοία. Χάζευε τις λευκές γραμμές που άφηναν τα βαπόρια, του άρεσε όπως μπερδεύονταν οι πορείες μεταξύ τους σαν κορδόνια που λύθηκαν και δεν ξαναδέθηκαν ποτέ. Άλλες άσπρες, άλλες κάτασπρες, άλλες γαλάζιες κι άλλες ξεθωριασμένες διαδρομές που γεννιούνταν στο λιμάνι κι έσβηναν στον ορίζοντα για πάντα. Και το μυαλό του Ιορδάνη γινόταν κουβάρι. Χοντρό κι ατύλιχτο.

Γύρω στα τέλη του μήνα βρέθηκε να περιτριγυρίζει στο νησί με ένα φάκελο στο χέρι. Μέσα είχε ένα ονομαστικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τον Πειραιά. Είχε στείλει έναν ξάδελφό του να του το βγάλει και τον είχε βάλει να ορκιστεί γονυπετής ότι δεν θα έλεγε πουθενά κουβέντα. Όλα θα γίνονταν, όπως τα είχε ονειρευτεί. Η απόδραση μια νύχτα με πανσέληνο θα λάμβανε χώρα τις επόμενες μέρες. Ο Ιορδάνης άνοιγε πότε πότε το φάκελο στα κλεφτά για να διαβάσει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού. Μέρα και ώρα αναχώρησης, θέση και εταιρεία. Το ιλουστρασιόν χαρτί γλιστρούσε στα δουλεμένα δάκτυλα του Ιορδάνη κι εκείνος αντιδρούσε με κλεφτά χαμόγελα και μυστήριο στο βλέμμα.

Η μητέρα  είχε βρει τυχαία τη βαλίτσα κάτω από το κρεββάτι του Ιορδάνη, αλλά όσο είχε μέσα μονάχα την φωτογραφία και το ψάθινο καπέλο δεν ένιωθε ότι ο γιος της ήταν έτοιμος να φύγει από το νησί για την πόλη.

Το πρωινό της αναχώρησης έφθασε αρκετά γρηγορότερα από ό,τι είχε υπολογίσει ο Ιορδάνης. Δεν είχε προσθέσει και δεν είχε αφαιρέσει τίποτα απολύτως από τη βαλίτσα. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι. Για να περάσει η νύχτα, μέσα στο σκοτάδι σχημάτιζε ακατάπαυστα προτάσεις στην οριστική του μέλλοντα.

«Θα φύγω. Θα εξαφανιστώ. Θα κάνω μια καινούρια αρχή. Θα ξεχάσω τα παλιά. Θα απελευθερωθώ. Κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσω.», μονολογούσε κι ένιωθε δυο φτερά να φυτρώνουν στις στιβαρές του πλάτες, σκίζοντάς το ηλιοκαμένο του δέρμα. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κοντά στην φυγή από το νησί κι ας μην ήταν ποτέ πραγματικά φευγάτος. Πόνταρε στα καινούρια του φτερά και στο αγορασμένο εισιτήριο που φύλαγε ευλαβικά μέρα νύχτα.

Ο Ιορδάνης είχε αποφασίσει να μην αποχαιρετίσει κανέναν. Δεν είχε χρόνο για συναισθηματισμούς και καθυστερήσεις. Είχε δώσει μονάχος του ραντεβού με όλους και όλα λίγους μήνες αργότερα, όταν θα ξανακατέβαινε στο νησί με αέρα πρωτευουσιάνου. Σαν άρχισε να σουρουπώνει, άνοιξε την πόρτα κα έσυρε για λίγα μέτρα τη βαλίτσα. Η μητέρα είχε φύγει λίγο πριν για να πάει να ανάψει στο νεκροταφείο τα καντήλια. Ο Ιορδάνης λίγο πριν βγει στον κεντρικό δρόμο αισθάνθηκε μια ακατανίκητη ναυτία. Τραβήχτηκε σε μια γωνιά και ξέρασε τα σωθικά του. Έβγαλε το εισιτήριο από τον φάκελο για να τσεκάρει την ώρα αναχώρησης του πλοίου. Ήταν η 37η φορά που το έκανε την ημέρα εκείνη. Είχε άπλετο χρόνο. Βγήκε στον κεντρικό δρόμο και έφθασε στη στάση του λεωφορείου. Ένιωθε ελαφρώς καλύτερα το στομάχι του, μα το μυαλό του πήγαινε να σπάσει. Από μακριά φάνηκε το λεωφορείο. Ο Ιορδάνης ασυναίσθητα έκανε δυο βήματα πίσω. Δεν μπόρεσε να μπει μέσα. Σκέφτηκε να περιμένει το επόμενο, αλλά μέσα στο επόμενο πεντάλεπτο πήρε τον δρόμο για τον Προφήτη Ηλία.

Έφθασε κάθιδρος στην κορυφή. Δεν χόρταινε την θέα. Λες και την έβλεπε για πρώτη φορά, λες και θα ήταν η τελευταία. Τα αμέσως επόμενα λεπτά άναψαν όλα τα φώτα του νησιού συντονισμένα. Του άρεσε, όπως τον σκέπαζε το σκοτάδι κι η μαυρίλα. Απορροφημένος από το σκότος, δεν κατάλαβε πότε έφτασε το πλοίο στο λιμάνι. Εκείνο που θα τον πήγαινε στον Πειραιά. Εκείνο για το οποίο κρατούσε το εισιτήριο στο χέρι.  Άκουσε τον ήχο από το φουγάρο και τραντάχτηκαν τα μέσα του. Σηκώθηκε από το βράχο που καθόταν κι έριξε μια δυνατή κλωτσιά στη βαλίτσα. Την άκουγε όπως έπεφτε στα γκρέμνια και στάθηκε στις μύτες των ποδιών του. Άνοιξε τα χέρια διάπλατα σαν να αγκάλιαζε το σύμπαν. Έβγαλε μια απόκοσμη κραυγή που ακούστηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Αιγαίου. Πήρε φόρα και βαθιά ανάσα. Μόλις την τελευταία στιγμή θυμήθηκε πως του έλειπαν τα φτερά. Τα είχε ξεχάσει την προηγούμενη νύχτα πάνω στο κρεββάτι. Η βουτιά του από ψηλά τον έστειλε για πάντα στην Αθήνα. Δυο μέρες μετά ταξίδεψε με το ίδιο πλοίο για την τελευταία του κατοικία. Χωρίς τη βαλίτσα. Αυτή κατέληξε μετά από μια δυνατή χειμωνιάτικη μπόρα στο ρέμα. Κι έτσι, έμεινε κλειστή για πάντα.

*     *     *

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΑΙΡΗΣ ΚΑΝΑΚΗ

Η Μαίρη Κανάκη εργάζεται ως μόνιμος εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Mαster of Αrts στο University of Kent at Canterbury. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς και έχουν εκδοθεί σε συλλογές (eyelands, Λογοτεχνικό Περιοδικό ΚΕΦΑΛΟΣ, Πετρίδειο Ίδρυμα, Ο Τόπος μου, Βιβλιόφιλοι Έδεσσας κτλ). Τον Μάιο 2017 κυκλοφόρησε το πρώτο της εφηβικό μυθιστόρημα «Όταν το καλοκαίρι συναντά το χειμώνα» (εκδόσεις «Το Δόντι») και πήρε τιμητικό έπαινο από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στην κατηγορία «εφηβικό μυθιστόρημα». Το Μάρτιο 2019 κυκλοφόρησε το δεύτερο εφηβικό της μυθιστόρημα «Ο Σήφης θέλει χώρο» (εκδόσεις Το Δόντι»). Το εργαστήριό της «Η τέχνη του γράφειν: Παράδειγμα δημιουργικής γραφής» συμμετείχε στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Εκπαίδευση και Πολιτισμός», Α/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Κρήτης και το εργαστήριό της ρητορικής για εφήβους «Ο Σήφης λέει…» παρουσιάστηκε στο 4ο Φεστιβάλ Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου στον Βόλο, στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα» και αλλού. Τα καλοκαίρια της γεμίζουν έμπνευση στις Λεύκες Πάρου. Ξεκουράζεται τρέχοντας πολλά χιλιόμετρα, κολυμπώντας στην ανοιχτή θάλασσα και ποδηλατώντας ακούραστα με φίλους .

 

https://kefalosperiodiko.blogspot.com/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.