Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Από την Αρχαιότητα ως το Βυζάντιο

Τα δείγματα ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή του Αλμυρού, τα οποία σήμερα έχουν εντοπιστεί, δεν είναι ακόμη σε θέση να μας δώσουν χρονολογίες πολύ βαθιές μέσα στην ιστορία του ανθρώπου. Σημαντικά ευρήματα έχουν φέρει στο φως οι αρχαιολογικές έρευνες. Έντονη είναι παρουσία του ανθρώπου στην ευρύτερη περιοχή, από τη Νεολιθική ακόμη εποχή.
Η ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αχαΐα Φθιώτις. Σχεδόν όλος ο κάμπος Αλμυρού – Σούρπης αποτελούσε το λεγόμενο Αθαμάντιο πεδίο, που πήρε τα’ όνομά του από τον βασιλιά Αθάμαντα. Ολόκληρη η περιοχή έχει πλούσια μυθολογία (βασιλιάς Αθάμας, Φρίξος και Έλλη, Αχιλλέας και Μυρμιδόνες, Πρωτεσίλαος) και πλούσιο ιστορικό παρελθόν (Άλος, Φυλάκη) από τους Νεολιθικούς χρόνους ως σήμερα.

Η αρχή της ιστορίας του Αλμυρού πρέπει να αναζητηθεί στην αρχαία Άλο, κοντά στη σημερινή Κεφάλωση (περίπου 10 χλμ.arxaia alos από τον Αλμυρό). Η πόλη Άλος ήταν σημαντική στην αρχαιότητα και πολυάνθρωπη. Ιδρυτής της ήταν ο Βοιωτός βασιλιάς Αθάμας, ο οποίος διώχτηκε από τους Βοιωτούς και ήρθε στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδος, όπου ίδρυσε την πόλη. Ο Αθάμας είναι ο πατέρας του Φρίξου και της Έλλης. Μητέρα τους ήταν η Νεφέλη. Τα δυο αδέρφια τα φυγάδευσε η μητέρα τους μ’ ένα χρυσόμαλλο κριάρι για να τα γλυτώσει από τη θυσία τους, που είχε διατάξει ο πατέρας τους. Καθώς πετούσαν πάνω από τον Βόσπορο η Έλλη έπεσε κι από τότε η περιοχή αυτή ονομάζεται Ελλήσποντος. Ο Φρίξος ταξίδεψε ως τη μακρινή Κολχίδα, όπου το κριάρι θυσιάστηκε στους θεούς αλλά το δέρμα του το κράτησαν ως φυλαχτό. Αυτό είναι το ξακουστό χρυσόμαλλο δέρας για το οποίο ταξίδεψαν οι Αργοναύτες ως την Κολχίδα.

Η αρχαία Άλος ήταν γνωστή στην αρχαιότητα για το λιμάνι της και το ρόλο που έπαιξε στους Περσικούς πολέμους, αλλά και στον Τρωικό πόλεμο. Ήταν πρωτεύουσα του κράτους των Μυρμιδόνων και του Ομηρικού ήρωα Αχιλλέα, ο οποίος ξεκίνησε την εκστρατεία του για την Τροία από τις Νηές, παράλιο οικισμό της Σούρπης. Ο Αχιλλέας ήταν γιος του Πηλέα και της Θέτιδος, περίφημος για την ευγένεια, την ευσέβεια και την ανδρεία του. Είναι ο βασικός ήρωας της Ομηρικής Ιλιάδας, υπόδειγμα πολεμιστή και περήφανου ανθρώπου.

Σύμφωνα με κάποια εκδοχή οι κάτοικοι της Άλου, όταν δέχτηκαν πολλές επιθέσεις απ’ τη θάλασσα, οπότε αναγκάστηκαν για να σωθούν να εγκαταλείψουν τον οικισμό και να κτίσουν άλλον ασφαλέστερο στην περιοχή βορειοδυτικά της Βρύναινας. Τα ερείπια αυτού του οικισμού της ελληνιστικής εποχής είναι καταγεγραμμένα στην αρχαιολογική υπηρεσία και βρίσκονται σε απόσταση 3 χμ. από το χωριό, πάνω σε μία προεξοχή βράχου, απ’ όπου προστατευόταν και απ’ τις τρεις πλευρές με γκρεμό. Πολύ πιθανόν ο οικισμός να έφερε το όνομα Δίον ή Ορχομενός. Σώζονται μερικά τμήματα των τειχών του με μεγάλους πέτρινους ογκόλιθους. Οι ντόπιοι κάτοικοι ονομάζουν τα ερείπια αυτά «Κάστρο».

Κοντά στο «Κάστρο» της Βρύναινας είναι ένας άλλος αρχαίος οικισμός, ο οποίος βρίσκεται δυτικά και σε απόσταση 6 χμ. στις πλαγιές του κορυφής του «Πήλιουρα». Σε πολύ καλή οχυρωματική θέση, προσβάσιμος μόνο απ’ τη μία πλευρά αλλά δεν αναφέρεται πουθενά και δεν είναι καταγεγραμμένος επίσημα.

aspida axilleaΟ Θεσσαλός βασιλιάς Πρωτεσίλαος ήταν από τους σπουδαιότερους βασιλιάδες στην περιοχή του Αλμυρού. Συγκεκριμένα ήταν βασιλιάς μιας ευρύτερης περιοχής, αφού διοικούσε τις αρχαίες πόλεις Φυλάκη, Ίτων, Αντρών και Πτελεό. Με σαράντα πλοία πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Δεν πρόλαβε ωστόσο να μετάσχει στις μάχες, γιατί σκοτώθηκε μόλις αποβιβάστηκε από το πλοίο του στην Τροία (γνωρίζοντας εκ των προτέρων και ακολουθώντας το χρησμό της Πυθίας, ο οποίος ανέφερε ότι ο πρώτος Έλληνας που θα πατήσει στο έδαφος της Τροίας θα σκοτωθεί).

Δύο από αυτές τις σημαντικές αρχαίες πόλεις ανήκουν στον Δήμο Αλμυρού. Στα σύνορα του Δήμου μας με το Δήμο Φαρσάλων βρίσκεται το χωριό της Φυλάκης. Η αρχαία Φυλάκη έχει ιδρυτή τον βασιλιά Φύλακο, τον οποίο διαδέχτηκε στον θρόνο ο γιος του Ίφικλος, πατέρας του ήρωα του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαου. Οι πρώτοι οικισμοί στην Φυλάκη χρονολογούνται ήδη από τη νεολιθική εποχή, περίπου το 5.000 π.Χ. Ο προϊστορικός οικισμός συνεχίζει να κατοικείται και στην Εποχή του Χαλκού αλλά και στα νεότερα ιστορικά χρόνια.

Ο Πτελεός, η άλλη πόλη που βασίλευε ο Πρωτεσίλαος, συγκαταλέγεται στις λίγες πόλεις που διατηρούν το ίδιο όνομα από την ομηρική εποχή έως σήμερα. Ο Όμηρος όμως, ο οποίος αναφέρει το Φτελιό, ως γένους Θηλυκού (η Πτελεός), δεν το μνημονεύει ως τόπο με φτελιές. Το όνομα του χωριού δεν οφείλεται, όπως πιστεύουν κάποιοι, στο ότι φύτρωναν πολλές φτελιές στην περιοχή, αλλά ίσως στο ότι η φτελιά θεωρούνταν ιερό δέντρο, αφού σύμφωνα με την ιστορία τον τάφο του Πρωτεσίλαου τον ίσκιωναν φτελιές. Η σημαντική ιστορία του Πτελεού ξεκινά από τα προομηρικά χρόνια αφού είχε δημιουργήσει ομώνυμη αποικία στην Πελοπόννησο, ενώ και στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (421 π. Χ.) υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά λιμάνια.

Μακριά από τις παραθαλάσσιες περιοχές και τον κάμπο, στην καρδιά της Όθρεως βρίσκεται η Ανάβρα, όπου κι εκεί έχουν βρεθεί λείψανα από ακροπόλεις, που μαρτυρούν ότι υπήρχαν οικισμοί από την αρχαία εποχή. Αρχικά το κάστρο «Μόργιας», που ήταν ελληνιστική ακρόπολη από την οποία σώζονται ισχυρά τείχη σε μεγάλο ύψος και έκταση. Κοντά στην ακρόπολη εκτείνονται σε μεγάλη έκταση ερείπια αρχαίων κτιρίων. Στα ανατολικά του κάστρου υπάρχει αρχαίο νεκροταφείο. Ανατολικά του κάστρου «Μόργιας» βρίσκεται το κάστρο «Κουμαρρόραχης» με μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους. Βόρεια του οικισμού και
ανατολικά της «Κουμαρρόραχης», στην κορυφή ενός βραχώδους λόφου σώζονται αρχαία ερείπια. Ανατολικά του «Κομμένου Βράχου» και βόρεια του οικισμού της Ανάβρας, σε μικρή απόσταση από τον επαρχιακό δρόμο Ανάβρας – Αλμυρού, βρίσκεται το Κάστρο «Γριντιάς». Στην περιοχή υπάρχει μικρό κάστρο με διάμετρο 200μ. και τείχος. Μέσα στον περίβολο διακρίνονται θεμέλια κτιρίων ελληνιστικής εποχής, όπως προκύπτει από κεραμικά ευρήματα που συλλέχθησαν.

Όμως, μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι δεν έχουν βρεθεί μόνο στην Ανάβρα αλλά και στην περιοχή του Πτελεού. Στη θέση Γρίτσα,mik tafos xatzipli gritsa 01 στους πρόποδες της Ακρόπολης του ομηρικού Πτελεού βρέθηκαν τα ερείπια ενός μεσοελλαδικού οικισμού. Τέσσερις μυκηναϊκοί τάφοι βρίσκονται στους πρόποδες του λόφου κι ένας στους Αγίους Θεοδώρους. Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η θέση άρχισε να κατοικείται κατά το τέλος της νεολιθικής περιόδου και εγκαταλείφθηκε οριστικά κατά τα τέλη της μεσοελλαδικής εποχής.

Σίγουρα στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Αλμυρού υπάρχουν κι άλλα ερείπια αρχαίων οικισμών, τειχών, ακροπόλεων και νεκροταφείων που δεν έχουν ακόμη μελετηθεί κι εξερευνηθεί όσο χρειάζεται.

Βυζάντιο και Μεσαίωνας

Σίγουρα η περιοχή του Δήμου Αλμυρού είχε έντονη δραστηριότητα καθ’ όλη τη περίοδο των Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, αλλά και στη διάρκεια του Μεσαίωνα μέχρι και την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς. Αυτό το μαρτυρούν τα πάμπολλα βυζαντινά υπολείμματα, τόσο στον ηπειρωτικό χώρο όσο και στο θαλάσσιο. Άλλωστε δεν υπάρχει πιο σημαντική μαρτυρία για την εποχή αυτή από τη Μονή της Παναγίας Ξενιάς, η οποία κτίστηκε αυτή την περίοδο.iera moni

Τότε υπήρχαν δύο οικισμοί στην περιοχή του Αλμυρού, με το όνομα «οι δύο Αλμυροί», που τους χώριζε ο ποταμός Κουάριος (Χολόρεμα). Ο ένας οικισμός βρισκόταν στη θέση της αρχαίας Άλου (Κεφάλωση), ενώ ο δεύτερος ήταν παραθαλάσσιος, στην τοποθεσία Τσιγκέλι. Ο παραθαλάσσιος Αλμυρός ήταν μεγάλο εμπορικό λιμάνι, από το οποίο τα προϊόντα του Θεσσαλικού κάμπου ταξίδευαν σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μάλιστα την εποχή εκείνη θεωρούνταν μία από τις τρεις σπουδαιότερες Θεσσαλικές πόλεις μαζί με την Λάρισα και τα Τρίκαλα. Το λιμάνι, όπως αναφέρει ο μεγάλος ιστορικός Παπαρρηγόπουλος, συναγωνιζόταν αυτό της Θεσσαλονίκης σε λαμπρότητα και εμπορική ανάπτυξη και ήταν τόσο γνωστό που από το όνομά του είχε πάρει το ίδιο όνομα και ο Παγασητικός (λεγόταν κόλπος του Αλμυρού). Αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι το 1311, όταν στη Μάχη του Αλμυρού μεταξύ Φράγκων και Καταλανών νίκησαν οι Καταλανοί και στη συνέχεια κατέστρεψαν τους «Δύο Αλμυρούς», οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν.

Εκείνους τους αιώνες έντονη ήταν η δραστηριότητα και στην περιοχή της Σούρπης. Πολλοί ερειπωμένοι βυζαντινοί οικισμοί έχουν βρεθεί στην περιοχή, ενώ σημαντικότατα είναι τα ευρήματα στο θαλάσσιο χώρο. Εκεί που βρίσκεται σήμερα η Αμαλιάπολη η περιοχή ονομαζόταν Μονολιά, αφού η πόλη της Αμαλιάπολης (νέα Μιτζέλα) δημιουργήθηκε το 1834. Το κάστρο του οικισμού φανερώνει κατοίκηση κατά τα βυζαντινά χρόνια. Στον γραφικό κόλπο της Μιτζέλας δεσπόζει το νησάκι «Κίκυνθος». Από το νησάκι αυτό μέχρι τις Νηές έχουν εντοπιστεί στο θαλάσσιο χώρο 12 ναυάγια της ύστερης ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου.

Αφήνοντας το θαλλάσιο χώρο και ταξιδεύοντας στις ανατολικές πλαγιές της Όθρεως, βόρεια της Βρύναινας και σε απόσταση περίπου 3 χμ. βρίσκονται θαμμένα τα ερείπια ενός οικισμού που φέρει το όνομα του Αγίου Δημητρίου. Ο οικισμός αυτός πιθανολογείται στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου όπου οι χριστιανοί έδιναν τα ονόματα αγίων στα χωριά τους. Και στην περιοχή του Δρυμώνα υπήρχε βυζαντινός οικισμός, που έχει σήμερα την ονομασία Παλαιοδρυμώνας. Το σημερινό χωριό κτίστηκε τρία χιλιόμετρα περίπου πιο πάνω από αυτόν και απ’ τα ερείπια που υπάρχουν βγαίνει το συμπέρασμα ότι ήταν αρκετά μεγάλος. Ο βυζαντινός οικισμός, σύμφωνα με την παράδοση, είχε τότε την ονομασία Δρυμώνας και καταστράφηκε από κατολίσθηση του εδάφους.

Αν εισχωρήσουμε πιο βαθιά στην Όθρυ και φτάσουμε ως την Ανάβρα βρίσκουμε ότι στα βυζαντινά χρόνια η περιοχή δέχτηκε έντονες βαρβαρικές επιδρομές που ανάγκασαν πολλούς από τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν. Ο σημερινός οικισμός της Ανάβρας (παλαιά ονομασία Γούρα) χρονολογείται από τον 6ο αι.μ.Χ.

enetiko kastroΣτα νότια άκρα του Δήμου οι αρχαιολόγοι τοποθετούν την προθεσσαλική πόλη Πτελεός κοντά στο επίνειο Πηγάδι, σύμφωνα με τον καθηγητή Βαγγέλη Σκουβαρά. Στα μεσαιωνικά χρόνια το Φτελιό μετατοπίστηκε στην θέση του σημερινού χωριού και αναφέρεται πολύ συχνά στην ιστορία της φραγκοκρατούμενης και τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή του Πτελεού ευδοκιμούσαν φαίνεται τα αμπέλια και το καλό κρασί, αφού «ο οίνος ο Πτελεάτικος εισρέει ως πολύτιμον προϊόν εις την βασιλίδα των πόλεων, ως ο σύγχρονος καμπανίτης οίνος». Ο Πτελεός ήταν πάντοτε ένα από τα σημαντικά λιμάνια των Βενετών στο Αιγαίο πέλαγος. Το φανερώνει άλλωστε και το κάστρο του, αφού πάνω στην κωνική κορυφή ενός λόφου, στην είσοδο του λιμανιού του, χτίστηκε λίγο μετά το 1204 ενετικό κάστρο διαστάσεων 8×8 μέτρα και πολύ ψηλό. Σήμερα σώζεται τμήμα του ενετικού κάστρου, που είναι επισκέψιμο. Η θέα από το σημείο αυτό είναι αξεπέραστη.

Οθωμανική Περίοδος

Μετά τη Βυζαντινή εποχή, για λόγους κυρίως πειρατικών επιδρομών, η πόλη του Αλμυρού χτίστηκε στη σημερινή θέση. Βέβαια, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία που δημιουργήθηκε η πόλη στη σημερινή θέση, σίγουρα όμως δεν δημιουργήθηκε αμέσως μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους. Από επιτύμβιες στήλες που έχουν βρεθεί, η παλαιότερη ημερομηνία ανάγεται στα 1600 μ.Χ., η πόλη όμως σαφώς είναι προγενέστερη. Η περιοχή του Αλμυρού κατακτήθηκε από τους Τούρκους πρώτα το 1396, αλλά η δεύτερη και οριστική υποταγή του έγινε το 1414.

Στην μεγάλη ελληνική επανάσταση του 1821 οι Αλμυριώτες έλαβαν μέρος με πολλά παλληκάρια. Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (28 Ιανουαρίου – 3 Φεβρουαρίου 1830), με το οποίο η Ελλάδα αποκτούσε την ανεξαρτησία της, τα όρια του νεοσύστατου κράτους έφθαναν προς βορρά μέχρι την οροθετική γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού κόλπου. Ο Αλμυρός παρέμεινε υπό την τουρκική κατοχή, ενώ η Σούρπη συμπεριλήφθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα. Τα όρια, δηλαδή, του Ελληνικού κράτους έφθαναν έξω από τον Αλμυρό, στον χείμαρρο Σαλαμπριά, δίπλα στον Τουρκικό Αμυντικό Στρατώνα (Κισλάς).

Στην υπόδουλη Θεσσαλία εκδηλώθηκαν πολλά επαναστατικά κινήματα που όμως απέτυχαν, κυρίως επειδή δεν υποστηρίχθηκαν από το ελληνικό κράτος λόγω πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στον Αλμυρό τα σπουδαιότερα ήταν:
1. Το κίνημα του 1840 υπό τον θρυλικό Αλμυριώτη Ιωάννη Βελέντζα και τους δίδυμους γιούς του Θρασύβουλο και Αχιλλέα. Αυτό το κίνημα είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Ευρώπη και έφερε την Ελλάδα στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία.
2. Το αντίστοιχο του 1848, στο οποίο συμμετείχαν πολλοί παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821.
3. Η κίνηση κατά το έτος 1854, όταν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές, αφού σιωπηρώς υπήρχε από την Ελλάδα βοήθεια. Τότε έγινε και η μάχη του Πλατάνου, στις 13 Μαρτίου 1854, από τις σημαντικότερες νικηφόρες του αγώνα, κατά την οποία οι Τούρκοι υποχώρησαν με πολλές απώλειες.
4. Το κίνημα του έτους 1878, υπό τον Θρασύβουλο Βελέντζα. Εδώ οι οπλαρχηγοί κατέλαβαν τον Πλάτανο στις 6-2-1878 και συγκρότησαν Κυβέρνηση της Επαναστατικής Περιφέρειας του Αλμυρού, διεξάγοντας δύο σημαντικές μάχες, του Πλατάνου και της Ιεράς Μονής Ξενιάς.

Το τίμημα που πλήρωσαν οι Αλμυριώτες για την συμμετοχή τους στα επαναστατικά κινήματα ήταν βαρύτατο σε ανθρώπινες ζωές, καταστροφές αμάχων, σπιτιών, περιουσιών. Οι πόθοι των Σκλαβωμένων Ελλήνων δικαιώθηκαν με το Συνέδριο του Βερολίνου, το 1878, η ισχύς των αποφάσεων του οποίου κατοχυρώθηκε με τη λήξη των εργασιών του, δηλαδή το 1881, οπότε η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Έτσι, στις 17 Αυγούστου 1881 σήμανε η απελευθέρωση για τις περιοχές του Δήμου Αλμυρού που δεν είχαν απελευθερωθεί το 1830.

Με τον ατυχή πόλεμο του 1897 ο Αλμυρός καταλήφθηκε στις 5-5-1897 από τους Τούρκους, οι οποίοι γκρέμισαν και καταλεηλάτησαν σπίτια και μαγαζιά, συλλαμβάνοντας και δολοφονώντας τους κατοίκους. Αμέσως μετά όμως, στις 22-12-1897 με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως η πόλη ελευθερώθηκε οριστικά και άρχισε να ανακάμπτει με ταχείς ρυθμούς. Πλουτίσθηκε και αναζωογονήθηκε με νέους κατοίκους και νέους πολιτισμούς: Βλάχους, Ηπειρώτες, Ρωμυλιώτες, Κουλουριώτες, Σαρακατσαναίους και Μικρασιάτες. Όλοι κάτι είχαν να προσφέρουν πολιτισμικά και οικονομικά, αφού βρήκαν κατανόηση, συμπόνια και ανθρωπιά από τους ντόπιους, έπειτα από τις πολλές ταλαιπωρίες τους.

kazarma

Στην περιοχή της Σούρπης υπάρχουν πολλά αξιοθέατα από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και τα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821. Ο Κισλάς (τουρκική λέξη που σημαίνει στρατιωτικός κοιτώνας, κατάλυμα) είναι τούρκικος στρατώνας που δημιουργήθηκε γύρω στο 1840 και βρισκόταν στη Β.Δ άκρη της Σούρπης. Χρησιμοποιήθηκε ως βασικός στρατιωτικός σταθμός των Τούρκων, στα χρόνια 1840-1881, στη συνοριακή γραμμή της ευρύτερης περιοχής. Η Καζάρμα της Σούρπης ήταν στρατιωτικό μεθοριακό φυλάκιο των Τούρκων στη συνοριακή γραμμή (1830-1881), το μόνο που διασώζεται έως σήμερα. Η τουρκική Καζάρμα βρισκόταν στη Πελαλίστρα και απέναντι της, στην από εδώ μεριά του Σαλαμπριά, βρισκόταν η ελληνική, που ήταν μικρότερο κτίριο (σήμερα έχει καταστραφεί) και το υπεράσπιζαν 7-10 στρατιώτες, που ερχόταν από τον ελληνικό στρατώνα του χωριού. Όμως, εκείνη την περίοδο λειτουργούσε και ο ελληνικός στρατώνας, που χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό κατά την περίοδο 1830-1881 (μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας δηλαδή).

Στα παράλια της Σούρπης και ειδικότερα στη Μιτζέλα οι κάτοικοί της διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους σε ναυμαχίες που πραγματοποιήθηκαν κατά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Τμήματα του οπλισμού των πλοίων τους (κανόνια κλπ) εκτίθενται στην πλατεία του χωριού. Το χωριό, με τη σημερινή του μορφή, δημιουργήθηκε εκείνα τα χρόνια μετά την επανάσταση και συγκεκριμένα το έτος 1834, όταν πρόσφυγες της Παλαιάς Μιτζέλας του Πηλίου αλλά και από άλλα χωριά της ανατολικής Θεσσαλίας που ήταν υπό Τουρκική σκλαβιά ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.

Το 19ο αιώνα το κράτος ίδρυσε Τελωνείο στη Μιτζέλα, όπως και στις Νηές. Επίσης στη Μιτζέλα ιδρύθηκε Λιμεναρχείο και Στρατώνας για τη στρατιωτική φρουρά και αργότερα Δημοτικό Ταχυδρομείο. Τον Ιούνιο του 1845 επισκέφτηκε την κωμόπολη η βασιλική οικογένεια. Η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, προσκάλεσε Βαυαρούς αρχιτέκτονες προκειμένου να επιμεληθούν την αρχιτεκτονική του οικισμού και των κτιρίων της. Στις Νηές ιδρύθηκε και Λοιμοκαθαρτήριο, γιατί οι ταξιδιώτες που αποβιβάζονταν στο λιμάνι μπορεί να είχαν επιδημικές ασθένειες, που θεραπεύονταν απ’ τους γιατρούς, προτού συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την ενδοχώρα. Ανάλογη «Καραντίνα» λειτούργησε και στο νησάκι Κίκυνθος στη Μιτζέλα.

Στο παραθαλάσσιο μέτωπο, πηγαίνοντας νοτιότερα προς τον Πτελεό, οι Τούρκοι κατάφεραν να διώξουν τους Βενετούς από την περιοχή και να την κατακτήσουν, παρά το γεγονός ότι αυτοί αγωνίστηκαν απεγνωσμένα για τη διατήρησή των Θεσσαλικών φρουρίων, γιατί δεν ήθελαν να προσκυνήσουν. Όμως, το 1470 ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ τα κυρίευσε και σκότωσε όλους τους άνδρες άνω των 12 ετών, «έλαβε δε και την Φτελιά και το Γαρδίκιον». Ο Σουλτάνος άφησε το Φτελιό και το Γαρδίκι έρημα, μεταφέροντας όλους τους κατοίκους στην Κωνσταντινούπολη, όπου επίσης μετέφερε και όλες τις γυναίκες και τα παιδιά από τον Εύριπο. Η περίοδος της τουρκοκρατίας διήρκησε μέχρι το 1832. Ένα χρόνο αργότερα και με το Βασιλικό Διάταγμα της 15ης Απριλίου του 1833, ο Πτελεός κατατάχθηκε στην επαρχία Φθιώτιδας σαν 3ος Δήμος με 614 κατοίκους και έμβλημά του «πτελεάν και παρ’ αυτήν άντρον» (1870). Ο Δήμος εκείνος είχε τότε 614 κατοίκους από τους οποίους 287 στο Φτελιό, 236 στο Χαμάκου ή Πεθρόν, 37 στους Αγίους Θεοδώρους και 54 στη Γάγκριανη (πρόκειται ασφαλώς για την Γαύριανη). Το 1857 η έδρα μεταφέρθηκε στη Σούρπη και το 1864 ορίστηκαν δύο έδρες του Δήμου. Θερινή στη Σούρπη, χειμερινή στο Φτελιό.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας επικράτησε η τωρινή ονομασία της Βρύναινας. Την συναντάμε μετά το 18ο αιώνα αφού η ονομασία που αναφέρεται στις προηγούμενες χρονικές περιόδους είναι Αγόριανη. Το όνομα Αγόριανη υπάρχει και σε απόφαση τουρκικού δικαστηρίου του Αλμυρού, αντίδικοι του οποίου ήταν τα γειτονικά χωριά Αγόριανη, Κοκκωτοί και Τσιρνοβίτλι. Οι κάτοικοι του χωριού εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Όθρεως μετά το κίνημα του Διονύσιου Φιλόσοφου το 1611 και για ν’ αποφύγουν το μίσος του πασά των Ιωαννίνων. Την περίοδο διακυβέρνησης της Ηπείρου από τον Αλή – Πασά πολλοί μετακινήθηκαν μόνιμα σ’ αυτόν τον τόπο. Το 1528 η Βρύναινα καταστράφηκε από τους Τούρκους, όπως αναγράφεται σε νάρθηκα της Άνω Μονής Ξενιάς.

Η Οθωμανική περίοδος όμως ήταν η καλλίτερη γαι την Ανάβρα. Κατά την Οθωμανική κυριαρχία, κυρίως τον 17ο-18ο αι. η Ανάβρα (Γούρα) γνώρισε τη μεγάλη της ακμή. Την εποχή αυτή θαυματουργεί και αναπτύσσει αξιόλογη δράση σε όλους τους τομείς. Έχει αξιοζήλευτη Τοπική Αυτοδιοίκηση, γίνεται έδρα του Επισκόπου Θαυμακού με επισκοπικό μέγαρο και αναπτύσσει ισχυρή οικονομία που στηρίζεται στην οικοτεχνία της υφαντικής, τη βυρσοδεψία, τη χαλκοτεχνία, τη μεταξουργία, την αμπελουργία κ.α. Την εποχή αυτής της ακμής ο πληθυσμός της αυξήθηκε και έφτασε τις 10.000 κατ., πολλοί από τους οποίους ζούσαν ως νομάδες στα βουνά. Το 1815 όμως υπήρξε μια μεγάλη φυγή κατοίκων λόγω επιδημίας πανώλης που ενέσκηψε. Δύο χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Γούρα, ενώ πολλοί απεβίωσαν. Παράλληλα την εποχή αυτή (1815-1821 προεπαναστατική περίοδο) υπήρχε συνεχής αναταραχή στην περιοχή, καθώς ομάδες κλεφτών και αμαρτωλών την περίοδο εκείνη ενδημούσαν και δρούσαν στην Όθρυ. Έτσι σημειώθηκαν πολλά απελευθερωτικά κινήματα, με κορυφαία αυτά του 1854, 1867 και 1878, που ανάγκασαν τους Γουριώτες να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να μετακινηθούν σε γειτονικές πόλεις (Λαμία, Στυλίδα, Αλμυρό, Χαλκίδα κ.α.).

Μερικές οικογένειες από την Ανάβρα κατέφυγαν στον Δρυμώνα, που ήδη είχε κατοικηθεί από το 1832 από πρώην κατοίκους της Σούρπης. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήλθαν εκείνα τα χρόνια απ’ τα κοντινά προς αυτό χωριά Σούρπη, Βρύναινα, Κοκκωτούς. Μετά τον καθορισμό των ελληνοτουρκικών συνόρων, το 1830, ο Δρυμώνας βρισκόταν στον τουρκικό τομέα και κατά την επανάσταση του 1897 οι κάτοικοι, προκειμένου ν’ αποφύγουν τυχόν δυσάρεστα, εγκατέλειψαν το χωριό και πέρασαν στο ελληνικό έδαφος.

20ος Αιώνας

Στη Μικρασιατική εκστρατεία, η συμμετοχή και η προφορά των Αλμυριωτών ήταν σημαντική, οι δε θυσίες και απώλειες μεγάλες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή στην περιοχή εγκαταστάθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα οικογένειες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε ότι η Ευξεινούπολη δημιουργήθηκε στις αρχές του αιώνα εξ ολοκλήρου με πρόσφυγες από τον Εύξεινο Πόντο και στη συνέχεια από τη Μικρά Ασία.

Μεγάλος είναι και ο αριθμός των προσφύγων που ήρθαν από την Καππαδοκία, με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ efxinoupoliΕλλάδας και Τουρκίας. Κάτοικοι του χωριού Τσαρικλί ήρθαν στην περιοχή μας και έφτιαξαν το Αργιλλοχώρι και τον Μαυρόλοφο. Πρόσφυγες από τη Μ.Ασία, μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, ήρθαν και στην περιοχή της Σούρπης, όπου στεγάσθηκαν στο κτίριο του Κισλά, που είχε πάψει εν τω μεταξύ να είναι στρατώνας.

Μετά τα χρόνια του Μεσοπολέμου ακολούθησαν ακόμη πιο δύσκολες εποχές για τον Ελληνισμό, με τη Γερμανοιταλική Κατοχή, την Αντίσταση και τον Eμφύλιο πόλεμο. Σημαντικές ήταν οι απώλειες στο έπος του 1940 σε όλη την περιοχή, όπως και σε ολόκληρη την Ελλάδα άλλωστε. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν ηρωικά στον κατακτητή με θυσίες και τίμημα μεγάλο.

Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Βόλο το 1941. Τον Μάιο εγκαθίστανται ως στρατός κατοχής στην περιοχή του Αλμυρού. Όμως, τον Ιούνιο αναχωρούν κι αφήνουν τους Ιταλούς στη θέση τους. Γενικά στην περιοχή μας τα στρατεύματα κατοχής ήταν κυρίως Ιταλοί καραμπινιέροι παρά Γερμανοί κατακτητές, οι οποίοι περνούσαν μόνο κατά διαστήματα για ελέγχους.

plateia 1940Οι Θεσσαλοί ήταν από τους πρώτους που αντιστάθηκαν στους κατακτητές. Η έντονη δράση των ντόπιων ανταρτών οδηγεί τους Ιταλούς σε σκληρά αντίποινα, τις περισσότερες φορές απέναντι σε αμάχους. Πολλοί όμηροι, κάτοικοι της περιοχής, εκτελέστηκαν από τους Ιταλούς όπως:
α) Οι 35 εκτελεσθέντες στο νεκροταφείο του Αλμυρού στις 15 Αυγούστου 1943.
β) Λίγο έξω από τους Αγίους Θεοδώρους στις 5 Μαΐου 1943 εκτελέστηκαν 10 άτομα, εννέα από το Αχίλλειο κι ένας από τους Αγίους Θεοδώρους.

Εκτός από τις εκτελέσεις, μεγάλες ήταν οι καταστροφές των Ιταλών σε ολόκληρη την επαρχία Αλμυρού. Το 1943 πυρπολήθηκαν τόσο η πόλη του Αλμυρού όσο και όλα σχεδόν τα χωριά, όπως το Νεοχωράκι, ο Ανθότοπος, η Φυλάκη, η Ανάβρα, ο Μαυρόλοφος, ο Πλάτανος, οι Άγιοι Θεόδωροι, το Αχίλλειο, ο Δρυμώνας, η Αγία Τριάδα, η Αμαλιάπολη και η Σούρπη. Επίσης, στις 14 Αυγούστου 1943 οι Ιταλοί βομβαρδίζουν τον Πλάτανο, τη Σούρπη και τον Δρυμώνα, ενώ 3 ημέρες μετά βομβαρδίζεται και η Αμαλιάπολη. Αρκετοί ήταν οι κάτοικοι που έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτές τις επιδρομές.

Μετά την απελευθέρωση ακολουθεί το πανελλήνιο δράμα του Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ήταν πιο τραγικός από τη Γερμανοιταλική κατοχή. Ως αδελφοκτόνος πόλεμος έπληξε όλη την περιοχή μας και όχι μόνο. Στρατολόγηση είχαμε και από τις δύο πλευρές σε όλα τα χωριά και ο Εμφύλιος άφησε πίσω του θύματα εκατέρωθεν.

Σύγχρονος Αλμυρός

Μετά την απελευθέρωση ο Αλμυρός άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά. Από το 1950 κι έπειτα η ανάκαμψη, η ανασυγκρότηση και η ακμή του Αλμυρού υπήρξε εντυπωσιακή. Το ίδιο συνέβη σε όλη την περιοχή. Κατασκευάζονται δρόμοι, ηλεκτροδοτούνται χωριά που δεν είχαν ρεύμα μέχρι τότε, αρχίζουν να γίνονται δίκτυα ύδρευσης και τηλεπικοινωνιών.

1954 TexnitesΔυστυχώς, ο καταστρο- φικός σεισμός της 9ης Ιουλίου 1980 ισοπέδωσε ολόκληρο τον Αλμυρό κι έτσι ξανακτίσθηκε σχεδόν από την αρχή. Η πόλη ανοικοδομήθηκε ριζικά και πήρε τη σημερινή του μορφή. Έτσι, είναι πλέον μια σύγχρονη κωμόπολη που σφύζει από ζωή. Η αγορά της διαθέτει σχεδόν τα πάντα. Το κέντρο της πόλης είναι η Κεντρική Πλατεία του Αλμυρού και γύρω της είναι κτισμένο το νέο Δημαρχείο και όλες σχεδόν οι υπηρεσίες, τράπεζες, οργανισμοί και καταστήματα, για την εξυπηρέτηση των κατοίκων ολόκληρου του Δήμου. Εδρεύει επίσης εδώ Γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Εκτός του Αλμυρού, ο σεισμός του ’80 επέφερε σοβαρές ζημιές στα κτίρια όλων των κατοικημένων περιοχών του Δήμου. Έτσι, τα περισσότερα σπίτια στα χωριά είναι καινούργια, με λίγες εξαιρέσεις κτιρίων που «επέζησαν» των ιταλικών πυρπολήσεων, βομβαρδισμών και των σεισμών. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίον οι πόλεις και τα χωριά του Δήμου Αλμυρού δεν έχουν διατηρήσει την αρχιτεκτονική του παρελθόντος.

 2008 small

Όθρυς

Η οροσειρά της Όθρεως «σκεπάζει» ολόκληρο το Δήμο Αλμυρού. Η Όθρυς στέκεται επιβλητική πάνω από το Κρόκιο και το Αθαμάντιο Πεδίο. Το βουνό είναι γνωστό και ως βουνό των Τιτάνων. Εκεί είχαν καταφύγιο οι «παλαιοί θεοί» Τιτάνες, οι οποίοι δεχόταν επιθέσεις από τους «νέους θεούς» που είχαν στρατοπεδεύσει στον Όλυμπο. Οι μάχες ήταν λυσσαλέες και συντάραξαν όλο τον κόσμο. Τελικά οι θεοί του Ολύμπου ήταν οι νικητές. Στο όρο Όθρυς, μετά την τιτανομαχία, ο Δίας ανέθεσε στην νύμφη Οθρυΐδα (Οθρηΐδα) τη βοσκή των κοπαδιών του, που αποτελούνταν από βόδια. Έτσι το βουνό πήρε το όνομά του απ’ τη νύμφη.

Ο αρχαίος ιστορικός Ελλάνικος, ο πρώτος και παλαιότερος συγγραφέας που αναφέρθηκε στον κατακλυσμό, έγραψε για την κιβωτό: «…ου τω Παρνασω φησί προσενεχθήναι, αλλά περί την Όθρυν της Θεσσαλίας». Επίσης ο Ησίοδος έγραψε για τον Δευκαλίωνα: «Οι από Δευκαλίωνος το γένος εβασίλευον Θεσαλίας, ως φησίν Εκαταίος και Ησίοδος». Ενώ ο Απολλόδωρος συμπληρώνει: «Προμηθέως δε παις Δευκαλίων εγένετο. Ούτος βασιλεύον των περί την Φθία τόπων».
Σύμφωνα με τα παραπάνω η κιβωτός του Δευκαλίωνα, μετά τον κατακλυσμό που έστειλε ο Δίας, προσάραξε στην Όθρυ. Από τις πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, σύμφωνα με τη μυθολογία, δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος. Επίσης, είναι γονείς του Έλληνα, ο οποίος παντρεύτηκε τη νύμφη Οθρυΐδα και απέκτησαν τους υιούς Αχαιό, Δώρο, Αίολο και Ίωνα, δηλαδή τους γενάρχες όλων των Ελληνικών φυλών.

Κατά τον Μεσαίωνα και ως τα τέλη του 19ου αι. αναφέρεται από πολλούς σαν «βουνά της Γούρας» από την ομώνυμη τότε κωμόπολη που άκμαζε στην ΒΑ κλιτή της, τη σημερινή Ανάβρα Μαγνησίας. Η μεταλλευτική άκμαζε και συνεχίζει να ακμάζει σε ολόκληρη την οροσειρά, αφού αποτελείται από μάρμαρο, οφείτη και ασβεστόλιθο. Κατά καιρούς υπήρχαν μεταλλεία βωξίτη, χαλκού, σίδηρου, χρωμίου, μαγγανίου αλλά και λιγνίτη.

Στις κορυφές της Όθρυος είχε την έδρα του ένα από τα δέκα αρματολίκια της Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας από τη βυζαντινή εποχή έως την τουρκοκρατία. Η περιοχή υπήρξε θέατρο πολλών συγκρούσεων μεταξύ κλεφτών και οθωμανικών στρατευμάτων.

Στο νάρθηκα της Άνω Μονής Ξενιάς καταγράφεται πληροφορία για αιματηρές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή της Όθρυος: «† Έτους ζλδ΄ ινδ. Ιδ΄εν Βρύναινα αυγ. Κγ΄. Έγινε μεγάλο κακό, πολύς κόσμος υπόφερε από των κλεφτών και στρατευμάτων. Οι αγάδες έσφαξαν, έκαψαν, κούρσευσαν και δραγούμησαν». Εδώ αντικατοπτρίζονται ταραγμένα χρόνια και εκφράζονται σκηνές αλλοφροσύνης και φρίκης στην Όθρυ. Διαπιστώνεται ότι από την εποχή εκείνη, επί Σουλεϊμάν Α΄ του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566)) υπήρχε αντίσταση κατά των Οθωμανών.

Επίσης, στα τέλη του 18ου αιώνα μεγάλη σύγκρουση έλαβε χώρα στην κορυφή της Όθρυος, το Γερακοβούνι, η οποία αναφέρεται σε διάφορα δημοτικά τραγούδια. Πρωταγωνιστές είναι ο λησταρματωλός Λιάκος (εναντίον του οποίου κινήθηκαν οι Τουρκαλβανοί του Αλή Πασά με επικεφαλής το Βεληγκέκα) και οι Κονιάροι του Μουσταφά. Οι Κονιάροι είναι οι Τούρκοι στρατιώτες.

Στη διάρκεια της αντίστασης και του εμφύλιου πολέμου η ΄Οθρυς αποτέλεσε βάση και καταφύγιο ανταρτών. Περισσότερες ήταν οι επιχειρήσεις από την πλευρά του βουνού που ανήκει στη Φθιώτιδα.

Ο Πύργος του Αλμυρού

Ο Πύργος του Αλμυρού υπήρξε σημείο αναφοράς για τους Αλμυριώτες, ηλικίας άνω των 40 ετών, έως το 1979. Πελώριος για τα δεδομένα της εποχής του, τριώροφος , βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά του Αλμυρού, στην σημερινή οδό Μετσόβου αριθμός 12, στην ενορία Ευαγγελιστρίας, όπου σήμερα ευρίσκεται η οικία του Αναστασίου Γκάργκα.

Οι μεγαλύτεροι της γειτονιάς θυμούνται με νοσταλγία τον μεγάλο όμορφο κήπο του, γεμάτο με μουριές, βερικοκιές και κορομηλιές. Τα παιδιά πηδούσαν κρυφά την μεγάλη μάνδρα για να γευτούν τα βερίκοκα, τα σύκα και τα κορόμηλα, λαχταριστά φρούτα για εκείνη την εποχή που δεν υπήρχαν σε αφθονία όπως σήμερα.

Η γνωστή Ευξεινουπολίτισσα λογοτέχνης Αύρα Παπαδοπούλου εμπνεύσθηκε απ’ αυτόν ένα όμορφο διήγημά της.

Δυστυχώς πολλά ιστορικά στοιχεία δεν υπάρχουν. Ο πύργος ανήκε στον Μεχμέτ Αφέντη ή Μεμέτ Εφέντη και κτίσθηκε επί Τουρκοκρατίας. Το 1886, πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση του Αλμυρού από τους Τούρκους, ο Νικόλαος Γιαννόπουλος σχεδίασε άποψη του Αλμυρού της εποχής εκείνης από την μεσημβρινή (νότια) πλευρά. Χάρις σ’ αυτόν μπορούμε να έχουμε μια απεικόνιση της πόλης αμέσως μετά την τουρκοκρατία, η οποία διαφορετικά θα μας ήταν άγνωστη. Στο σχέδιο αυτό, που βρίσκεται στα αρχεία της Φιλάρχαιου Εταιρείας Αλμυρού «ΟΘΡΥΣ», εικονίζεται μεταξύ άλλων οικοδομημάτων και ο Πύργος.
Ήταν κτισμένος με πέτρες ως επί το πλείστον »κροκάλες» δηλαδή στρογγυλές, από τον Ξηριά. Τα γωνάρια του όμως ήταν πελεκητά με πάχος 50 εκατοστών. Οι τοίχοι είχαν πάχος ενάμιση μέτρο.

pirgos

(φωτογραφία από την οικογενειακή συλλογή του Αναστασίου Γκάργκα)

Εξωτερικώς διακρίνονταν οριζόντιες γραμμές οι οποίες ήταν τα ξύλινα σινάζια του και γύρω γύρω υπήρχαν μικρά, στενά κάθετα ανοίγματα, τέσσερα στον δεύτερο όροφο και τέσσερα στον τρίτο, που χρησιμοποιούνταν ως πολεμίστρες αλλά και για το φωτισμό του εσωτερικού τού πύργου, αφού δεν υπήρχαν κανονικά παράθυρα. Στη δυτική πλευρά του πύργου υπήρχε η μία και μοναδική του πολύ βαριά πόρτα, ξύλινη εσωτερικά και σιδερένια εξωτερικά με οριζόντια σιδερένια φύλλα. Η πόρτα είχε διαστάσεις 1 μέτρο πλάτος και 2 μέτρα ύψος. Έλεγαν πως ζύγιζε 1000 οκάδες και είχε κλειδαριά με πολύ μεγάλο χειροποίητο σιδερένιο κλειδί. Το κλειδί αυτό βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του Αναστασίου Γκάργκα.

Εσωτερικώς για μεγαλύτερη ασφάλεια η πόρτα είχε αμπάρα, που ασφάλιζε την μονόφυλλη πόρτα και καθιστούσε αδύνατο το βίαιο άνοιγμα απ’ έξω. Μπροστά στην είσοδο ήταν μια μικρή βεραντούλα στην οποία οδηγούσαν πέντε σκαλάκια.

Δίπλα στον Πύργο υπήρχαν και άλλα οικήματα: διώροφες πολυτελείς κατασκευές, όπου έμεναν οι αφεντάδες του πύργου, τούρκοι τιτλούχοι, τα μικρά παράσπιτα όπου έμεναν οι κολλήγοι, αλλά και αποθήκες για τα αγαθά, στάβλοι για τα ζώα, αχυρώνες, υπόστεγα και τρία πηγάδια για την ύδρευση. Το όλο συγκρότημα περιβάλλονταν από υψηλό πέτρινο μαντρότοιχο.

Στον τεράστιο κήπο του καλλιεργούσαν μουριές, περί τα 100 δέντρα, και εξέτρεφαν για πολλά χρόνια μεταξοσκώληκες έως το 1930. Πριν το σεισμό, έως το 1980, υπήρχαν ακόμη μέσα στον κήπο 15 μουριές, με τα φύλλα των οποίων οι ιδιοκτήτες ετάιζαν – αποκλειστικά με αυτά – τις κατσίκες τους, 2 βερικοκιές, 2 αμυγδαλιές και 1 μεγάλη συκιά.

Το 1912 ήλθε στον Αλμυρό ο Αθανάσιος Κωνσταντίνου Γκάργκας, παππούς του Αναστασίου Γκάργκα, από την Κωνσταντινούπολη με την οικογένειά του και αγόρασαν τον Πύργο.

Σήμερα, στον χώρο αυτό, μετά την κατεδάφιση του Πύργου, δεν υπάρχει τίποτε που να μαρτυρά την ύπαρξή του, ούτε μία πέτρα του, αφού πολλοί Αλμυριώτες τις έπαιρναν και έκτιζαν με αυτές τα σπίτια τους, κάτι ανάλογο με αυτό που έπραξαν και με τις πέτρες του Στρατώνα.

Ο Αναστάσιος Γκάργκας, γιός του Κωνσταντίνου, του οποίου η οικογένεια ήταν κληρονόμος του Πύργου, έχει στα χέρια του μια συμβολαιογραφική πράξη του 1913, σύμφωνα με την οποία γίνεται δωρεά εν ζωή ενός οικοπέδου και μιας οικίας που βρισκόταν στο σημείο όπου ήταν ο Πύργος του Αλμυρού από τον Αθανάσιο Κων/νου Γκάργκα στον γιό του Κωνσταντίνο Αθαν. Γκάργκα.

Από την ιστοσελίδα της Φιλάρχαιου Εταιρίας Αλμυρού «Όθρυς»
Ο Πύργος του Αλμυρού
Χρυσούλα Δ. Κοντογεωργάκη,
Τετάρτη 25, Ιούνιος 2008 – 10:20

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.