Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Η αρχέγονη ανάγκη για διατροφή υπήρξε για την Αρχαία Ελλάδα ένα κεντρικό και σημαντικό ζήτημα με προεκτάσεις κοινωνικές και όχι μόνον. Κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας, τότε όπως και τώρα, το ελαιόλαδο, το κρασί, τα όσπρια, τα δημητριακά, τα λαχανικά, τα φρούτα και βέβαια το κρέας και το ψάρι. Μεταξύ των καρποφόρων δένδρων της ελληνικής φύσης, που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία, στην κοινωνική εξέλιξη, στη λατρεία, στις δοξασίες και στα έθιμα, την πρώτη θέση κατέχει η ελιά.
Οι αρχές της ελαιοκαλλιέργειας τοποθετούνται γύρω στην 3η χιλιετία π.Χ. Στο πρώτο είδος ελληνικής γραφής, την γραμμική Β΄, βρίσκουμε πληροφορίες για το ελαιόλαδο, που το χρησιμοποιούσαν βεβαίως στη διατροφή, αλλά κυρίως ήταν είτε αρωματικό ή προοριζόταν ως βάση για αρώματα και αλοιφές του σώματος, που ίσως είχαν και θεραπευτικές ιδιότητες. Η ελιά ήταν παρούσα και στην τέχνη εκείνης της εποχής, καθώς απεικονίζεται σε τοιχογραφίες, αλλά και σε άλλα είδη τέχνης.
Η καλλιέργεια της ελιάς και η χρήση του λαδιού συνεχίστηκαν βέβαια και στα ιστορικά χρόνια. Το λάδι εξακολούθησε να αποτελεί ένα πολύτιμο προϊόν, που έπαιζε σημαντικότατο ρόλο στην οικονομία της εποχής και χρησιμοποιόταν σε διάφορες περιπτώσεις. Ας μην ξεχνάμε και την στενή σύνδεση της ελιάς με την θεά Αθηνά, όπου φαίνεται ότι ακριβώς λόγω του σημαντικού ρόλου της στην αθηναϊκή οικονομία, αναδείχθηκε σε ιερό δέντρο της Αθηνάς.  Οι Έλληνες έβαζαν λάδι στα μαλλιά τους και πιθανόν στα ρούχα τους, με τον Πλούταρχο να αναφέρει ότι το ελαιόλαδο έδινε λάμψη στα λευκά ρούχα. Τόσο το ελαιόλαδο, όσο και τα αρώματα χρησιμοποιήθηκαν και στις νεκρικές τελετές. Τι γινόταν όμως σε άλλους βασικούς τομείς κατανάλωσης του λαδιού, όπως στο φαγητό και το φωτισμό. Το ελαιόλαδο δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν το φαγητό του φτωχού. Η διατροφή των ανθρώπων στην κλασσική αρχαιότητα βασιζόταν κυρίως στα δημητριακά. Οι πλούσιοι είχαν το προνόμιο να καταναλώνουν λιγότερα δημητριακά και να τα αναπληρώνουν με άλλα φαγητά της προτίμησής τους, ιδιαίτερα με λάδι, γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέας. Όσο για τον φωτισμό θεωρείται ότι η χρήση του λαδιού στα λυχνάρια ήταν σπάνια έως και το τέλος του 7ου αι. π.Χ. Στην Οδύσσεια γνωρίζουμε ότι ο φωτισμός γινόταν είτε με δάδες είτε με τη βοήθεια της εστίας και μόνο μετά τον 6ο αι. π.Χ. διαπιστώνεται μια αύξηση της χρήσης του λαδιού στο φωτισμό. Ο πλούσιος τεχνητός φωτισμός της νύχτας θα πρέπει να ήταν και πάλι προνόμιο μόνο των πλουσίων στην αρχαιότητα, καθώς για να φωτιστεί ένα μεγάλο σπίτι, χρειαζόταν πολλά λυχνάρια και λάδι, που κόστιζε πολύ.
Στενή ήταν η σχέση του λαδιού και με τον αθλητισμό, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Εκεί, στους αθλητικούς αγώνες που γίνονταν κάθε 4 χρόνια κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων, της μεγάλης γιορτής προς τιμήν της προστάτιδας θεάς Αθηνάς, το λάδι της ελιάς αποτελούσε το βραβείο που έπαιρναν οι νικητές. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι ο νικητής του δρόμου ταχύτητας έπαιρνε ως βραβείο 70 αμφορείς, εκ των οποίων ο καθένας χωρούσε γύρω στα 35-45 κιλά λάδι, άρα κέρδιζε συνολικά γύρω στους 2,5 τόνους λάδι! Εξ άλλου, η ελιά είναι σε όλους γνωστή ως σύμβολο της ειρήνης, ενώ παράλληλα ήταν το τρόπαιο των Ολυμπιονικών, στο κεφάλι των οποίων τοποθετούσαν τον κότινο, στεφάνι από κλαδί αγριελιάς. H σπουδαιότητα, λοιπόν, του λαδιού είναι φανερή από την προϊστορική ακόμα εποχή, ενώ αργότερα, στους χριστιανικούς χρόνους, η ελιά καθιερώθηκε ως σύμβολο ξεχωριστής θεϊκής εύνοιας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κλαδί της, που το περιστέρι έφερε πίσω στην Κιβωτό του Νώε, αλλά και τον ελαιώνα όπου ο Χριστός προσευχόταν όταν συνελήφθη. Ας μην ξεχνάμε επίσης το ευχέλαιο, το μυστήριο στο οποίο ο Χριστιανός δια της χρίσεως με αγιασμένο λάδι και με ευχές από τους ιερείς της Εκκλησίας λαμβάνει ιαματική χάρη. Πολύ διαδεδομένη είναι και η προσφορά λαδιού στις εκκλησίες. Ακόµα και σήµερα στις ελαιοκοµικές περιοχές, μεταξύ των οποίων και τα νησιά μας, οι πιστοί κάνουν τάµατα στους Αγίους µεγάλες ποσότητες λαδιού, ή τάζουν ν’ ανάψουν τα καντήλια των Αγίων µε το πρώτο λάδι της παραγωγής, ή ακόµη χαρίζουν ολόκληρους ελαιώνες σε εκκλησίες και µοναστήρια εκφράζοντας µ’ αυτό τον τρόπο την ευγνωµοσύνη τους. Το λάδι από το καντήλι του Αγίου Νικολάου, που καίει άσβεστο σε κάθε λογής πλεούµενο, είναι φυλακτό για τους νησιώτες ναυτικούς, αλλά κι κείνο που γαληνεύει την φουρτουνιασµένη θάλασσα. Οι ψαράδες μας, που χρησιµοποιούν πυροφάνι ή καµάκι, αναµειγνύουν άµµο µε λάδι και πετώντας τα στη θάλασσα κάνουν τη λαδιά, επιτυγχάνοντας η επιφάνεια του νερού ν’ αποκτήσει διαύγεια και το φως να διαθλάται σε µεγάλα βάθη.
Τέλος, σημαντικός είναι ο ρόλος του λαδιού και της ελιάς σε έθιμα κατά της βασκανίας, αλλά και στην σύγχρονη λαϊκή ιατρική, όπου παραμένουν πολλές επιλογές, με καταβολές από την αρχαιότητα. Αφέψημα φύλλων ελιάς έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορες περιπτώσεις, κυρίως δε στην υπέρταση. Σταγόνες λαδιού ενσταλάζονται στο αυτί, ενώ λάδι χρησιμοποιείται και για την επούλωση τραυμάτων και πληγών. Διάσημα ήταν παλαιότερα πιο σύνθετα σκευάσματα όπως το ποντικόλαδο, αλλά και το λάδι με βαλσαμόχορτο. Αναφέρονται ακόμα και υποκλυσμοί με λάδι σε επίμονες περιπτώσεις δυσκοιλιότητας.
Πολλές είναι οι παροιμίες με αναφορά στο λάδι, τον ελαιόκαρπο και το δέντρο της ελιάς, ήδη από την αρχαιότητα. Μία από αυτές την μεταφέρει ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του: «μη σ’ ο θυμός αρπάσας εκτός οίσει των ελαιών», δηλαδή μη σε κάμει η οργή σου να βγεις έξω από τα όρια. Η ελιά ως καρπός είναι διαχρονικά μια φτηνή και εύκολη στην εξασφάλισή της τροφή. Πάλι στον Αριστοφάνη, στους «Αχαρνής» διαβάζουμε περί «σκορόδων, ελαιών και κρομμύων», δηλαδή σκόρδα, ελιές και κρεμμύδια, που αναφέρονται ως η τροφή των απόκληρων μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες. Το δηλώνει κι η παροιμία «Την πέρασε με ψωμί κι ελιά». Άλλη παροιμία αναφέρεται στις αφροδισιακές ιδιότητες του ελαιολάδου: «Φάε λάδι κι έλα βράδυ». Για απατεώνες που εξαπατούν τους αφελείς και τους κλέβουν νόμιμα τα χρήματα έχουμε την παροιμία «Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι κι έξι το λαδόξιδο». Υπάρχει επίσης η φράση «μια λαδάτη, μια ξιδάτη» για ήπιες ή σκληρές ποινές. Όσοι εργάζονται, λέει άλλη παροιμία, ακόμα και με την πιο ταπεινή και κακοπληρωμένη εργασία, μπορούν να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους: «Οι ελιές με το κουκούτσι δίνουν στον άνθρωπο παπούτσι».
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την ΑΜΟΡΓΟ, ΕΔΩ,
Ας έρθουμε όμως τώρα στην Αμοργό. Εδώ και αιώνες στους ελαιώνες, στα λιόφυτα του νησιού και ιδιαίτερα σε αυτά της Αιγιάλης, επικρατεί κάθε Νοέμβριο αναβρασμός, προκειμένου με την συμμετοχή όλων των κατοίκων να συλλεχθούν οι ελιές και να εξασφαλισθεί το λάδι του σπιτιού, αλλά και των εκκλησιών της κάθε περιοχής. Τα ελιόρουχα στρώνονται, τα χέρια δουλεύουν ασταμάτητα για να μην χαθεί ούτε ο μικρότερος πολύτιμος καρπός του δένδρου, οι πιο ευκίνητοι σκαρφαλώνουν στα ψηλά των ελαιόδενδρων, μαδούν τις ελιές και άλλοι τις μαζεύουν από κάτω. Για το σκαρφάλωμα χρησιμοποιούσαν σκάλες, ενώ σε ακόμα προγενέστερες εποχές δημιουργούσαν αυτοσχέδια σκαλιά, από τα ίδια τα κλαδιά του ελαιόδενδρου, τα οποία έδεναν ανά δύο ή τρία με σχοινί και πατώντας πάνω τους ανέβαιναν προς την κορυφή, δημιουργώντας όλο και ψηλότερα ένα επόμενο σκαλοπάτι. Τώρα πια βέβαια τα χέρια έχουν αντικατασταθεί στην πλειονότητά τους από τα ραβδιστικά μηχανήματα και τα «χτένια», που κυριολεκτικά χτενίζουν τα δένδρα μειώνοντας τον κόπο, τον χρόνο και τα επικίνδυνα σκαρφαλώματα ως τις κορυφές των ελιών, αλλοιώνοντας όμως παράλληλα, όπως κάθε νεωτερισμός, την ταυτότητα μιας παράδοσης αιώνων. Στο μάζεμα της ελιάς συμμετέχουν πλέον τα τελευταία χρόνια και οι αλλοδαποί κάτοικοι των περιοχών αυτών, είτε πρόκειται για μετανάστες, είτε για Ευρωπαίους που ζουν εδώ από επιλογή. Το ίδιο όμως συνέβαινε και στα παλιότερα χρόνια, μόνο που τότε αντί των προαναφερθέντων, τα αμοργιανά λιόφυτα γέμιζαν εργάτες που έρχονταν από τα γειτονικά νησάκια, την Ηρακλειά, τη Σχοινούσα και το Κουφονήσι και δούλευαν από νύχτα σε νύχτα με πληρωμή σε είδος. Άλλες εποχές! Τα περισσότερα ελαιόδενδρα έχουν ηλικία που ξεπερνά τους 2 ή και 3 αιώνες ζωής, ενώ υπάρχει και ένα, εδώ στη Γυάλη, που θεωρείται ότι είναι τουλάχιστον 2.500 χρόνων, όση περίπου και η ιστορία των αρχαίων πόλεων της Αμοργού, της Μινώας, της Αιγιάλης και της Αρκεσίνης.
Πόσες και πόσες ιστορίες δεν θα μας έλεγαν οι σιωπηλοί αυτοί μάρτυρες της ιστορίας του νησιού, αλλά και των ανθρώπων του, της καθημερινότητάς τους, των συνηθειών και των προβλημάτων τους! Ο δημοσιογράφος Ηλίας Προβόπουλος μας λέει σχετικά: «Παλιότερα, το λιομάζεμα στη Λαγκάδα ήταν μια κοινή για το χωριό γιορτή, καθώς όλοι κατέβαιναν στα λιόφυτα και για να ξεχάσουν τον κόπο, έπιαναν το τραγούδι, έκαναν πειράγματα μεταξύ τους και γνωριμίες. Ήταν πράγματι ένας μήνας το χρόνο που όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι ασχολούνταν με τις ελιές. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν έτοιμα παξιμάδια για ολόκληρο το μήνα, πολλοί μάλιστα ήταν αυτοί που έσφαζαν και το χοίρο τους από τον Σεπτέμβριο για να έχουν παστό κρέας και καβουρμά, να τρώνε αυτή την περίοδο. Το φαγητό τους στο λιόφυτο συμπληρώνονταν ακόμη από παστά, αλλά και φρέσκα ψάρια, που τους έφερναν οι τρατάρηδες κι έτσι κανένας δεν έλειπε από τη μεγάλη μάχη της συγκομιδής». Όταν, λοιπόν, έφθανε ο Νοέμβριος και το σύνθημα «πάμε στις ελιές» δινόταν, έπερεπε πρώτα-πρώτα να ετοιμαστούν τα απαραίτητα σύνεργα, το μακρύ σχοινί, που, όπως προαναφέραμε, χρησίμευε για την δημιουργία σκαλιών από τα ίδια τα κλαδιά και η μεγάλη ποδιά από κατσικίσιες τρίχες, πρόδρομος των ελιόρουχων, την οποία χρησιμοποιούσαν προκειμένου να συγκεντρώνουν μέσα τον καρπό που συνέλλεγαν με τα χέρια. Η μεταφορά του ελαιοκάρπου γινόταν μέσα σε τραγίσια τσουβάλια, τα οποία φορτώνονταν στα ανθεκτικά αμοργιανά γαϊδουράκια και μεταφέρονταν στα πρωτόγονα λιοτρίβια της εποχής. Πρέπει εδώ να επισημάνουμε, ότι ακόμα και σήμερα, που το οδικό δίκτυο του νησιού βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, πολλά λιόφυτα που βρίσκονται σε δύσβατες περιοχές των αμοργιανών βουνών, εξυπηρετούνται από τα συμπαθή αυτά τετράποδα, τους πιστούς φίλους κάθε νησιώτη αγρότη!
Μέχρι και το 1960 περίπου τα λιοτρίβια ήταν συνήθως συνεταιρικά και για να λειτουργήσουν, χρειάζονταν απαραιτήτως τρεις ανθρώπους: τον «μηχανικό», που τοποθετούσε τις ελιές κάτω από την πέτρα, τον κύλινδρο, για να αλεστούν, αυτόν που γύριζε τον κύλινδρο και τον βοηθό του «μηχανικού». Οι εργαζόμενοι στα λιοτρίβια, οι λιοτριβιάρηδες, ήταν συνήθως νέοι και δυνατοί άνδρες, τους οποίους οι ιδιοκτήτες πλήρωναν σε είδος, καθώς μοιράζονταν μαζί τους, σε ίσα ποσοστά, το λάδι που παρακρατούσαν από κάθε ελαιοπαραγωγό και που ήταν πάντοτε το 10%. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τα πράγματα βελτιώθηκαν με την εγκατάσταση στα λιοτρίβια μυλοπετρών από την Μήλο, οι οποίες μεταφέρονταν στα χέρια, ως πολύτιμα αντικείμενα, όπου δεν υπήρχαν αυτοκινητόδρομοι, όπως στην περίπτωση της Λαγκάδας. Το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο της Αμοργού ήταν συνεταιρικό και λειτούργησε στην Αιγιάλη από το 1969 έως και το 1982, οπότε και ολοκληρώθηκε το λιμάνι στον Όρμο Αιγιάλης και πλέον ολόκληρο το νησί εξυπηρετείται από το σύγχρονο ελαιοτριβείο του Γεωργικού Συνεταιρισμού στα Κατάπολα. Ένα χαρακτηριστικό της Γυάλης (*), άξιο αναφοράς, είναι το γεγονός ότι σε κάθε λιόφυτο υπάρχουν ένα, δύο ή και περισσότερα δένδρα, αφιερωμένα στην πλησιέστερη εκκλησία. Ήταν σύνηθες φαινόμενο για τις παλαιότερες γενιές Αιγιαλιτών, μαζί με τα λιόφυτα που έγραφαν στα παιδιά τους, να αφήνουν και ένα-δυο δένδρα στον κοντινό τους Άγιο ή σε κάποια άλλη εκκλησία του χωριού, έτσι ώστε να έχουν λάδι για τα καντήλια τους όλο το χρόνο.
Της Κατερίνας Μαρινάκη
λαογράφου – δημοσιογράφου

ΠΗΓΗΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.