Το Σαλαμινίων Βήμα είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.

Γράφει η Σάντυ Κιοπεκτσόγλου

 Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 σε μια επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας ,στην περιοχή του Χαρμπίν, από τον Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου, γόνο εφοπλιστικής οικογενείας της Κεφαλονιάς .Είχε ακόμη τρία αδέρφια, τον Μήκια (Δημήτρης), την Τζένια (Ευγενία) και τον Αργύρη. Ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου και το 1914 αποφάσισε να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ελλάδα.

Η ζωή στην Ελλάδα δεν ήταν εύκολη. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στο Αργοστόλι ενώ στην συνέχεια ο πατέρας του επέστρεψε στην Ρωσία για δουλειές, οι οποίες και απέτυχαν. Κατεστραμμένος οικονομικά επιστρέφει στην Ελλάδα το 1921 και μεταφέρει την οικογένειά του στον Πειραιά. Ο Καββαδίας φοιτά στο Γυμνάσιο όπου εκεί γνωρίζει τον γιο του Παύλου Νιρβάνα. Ο Νιρβάνας αποτελεί για τον Καββαδία τον πρώτο του δάσκαλο, όπου τον μυεί στην ποίηση και έτσι αρχίζει και εκείνος να δημοσιεύει σε περιοδικά της εποχής τα δικά του ποιήματα σε ηλικία 18 ετών.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις για να περάσει στην Ιατρική Σχολή. Ο θάνατος του πατέρα του το 1929 όμως τον προλαβαίνει και πιάνει δουλειά σε ναυτικό γραφείο. Την ίδια περίοδο βγάζει ναυτικό φυλλάδιο για να μπαρκάρει μαζί με τον μικρότερο αδερφό του Αργύρη .Σε ηλίκια 29 ετών παίρνει και το δίπλωμα του ασυρματιστή  και από εκείνη την στιγμή δεν σταμάτησε να ταξιδεύει, με μία διακοπή το 1940 για να πολεμήσει στο Αλβανικό μέτωπο.

Τα χρόνια που εργάστηκε ως ναυτικός γύρισε όλο τον κόσμο.Δεν σταμάτησε ποτέ όμως να κάνει αυτό που τον ευχαριστούσε, να καταγράφει δηλαδή τα ταξίδια και τις εμπειρίες του μέσω της ποίησης. Ο Καββαδίας μπορεί να ανήκει στους ποιητές της γενιάς του ‘30, είναι όμως πολύ διαφορετικός από τον Σεφέρη, τον Ελύτη ή τον Εμπειρίκο. Ο τρόπος έκφρασής του έχει τέτοια λυρικότητα που περισσότερο θυμίζει συγγραφή στίχων με σκοπό να πλαισιώσουν μια μελωδία, παρά ένα ποιήμα. Γι’αυτό άλλωστε δεν είναι τυχαίο που τα έργα του Καββαδία έχουν μελωποιηθεί από τους πιο επιφανείς μουσικούς της Ελλάδας, όπως τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Γιάννη Σπανό και τους Αδερφούς Κατσιμίχα. Ο ίδιος μάλιστα αισθανόταν ότι η γενιά του ‘30 τον υποτιμούσε και η άποψή του αυτή έγινε πιο έντονη σε ένα από τα ταξίδια του, όταν ο Γιώργος Σεφέρης ταξίδευε στο πλοίο που εργαζόταν και δεν μπήκε καν στην διαδικασία να τον χαιρετήσει. Ο Καββαδίας πληγώθηκε πολύ με την στάση του Σεφέρη.

Ο Καββαδίας ως ναυτικός είχε ζήσει πολλές περιπέτειες στα μέρη που επισκέφτηκε και είχε γνωρίσει και πολύ κόσμο. Οι περιπέτειές του αποτυπώνονταν στο χαρτί στις ποιητικές συλλογές που εξέδωσε όπως το Μαραμπού (1933), το Πούσι (1947), το Τραβέρσο (1975) καθώς και στα πεζογραφήματα του Βάρδια (1954) , Λι (1987), Του πολέμου (1987), Στο άλογό μου (1987).

Στις σελίδες τους διαβάζουμε για στάσεις σε λιμάνια, για πόρνες που γνώρισε και ερωτεύτηκε, για ναρκωτικά που έκανε και για ανθρώπους που γνώρισε στις χώρες που επισκέφτηκε. Η γλώσσα του είναι απλή, λιτή χωρίς πολλές φανφάρες. Δεν τον αφορά αυτό. Δεν απευθύνεται σε διανοούμενους και μορφωμένους. Εκείνος έζησε μια απλή, λαική ζωή πάνω στο αμπάρι του πλοίου και αυτό φαίνεται και στα κείμενά του. Ίσως γι’αυτό μας αρέσει. Γιατί μας αφήνει να ταυτιστούμε μαζί του αλλά στο τέλος αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε. Γιατί για να ζήσει κάποιος όλα αυτά που είδε και όλα αυτά που έζησε ο Νίκος Καββαδίας θέλει δυο ζωές. Οι περιπέτειες και η άσωτη ζωή που έκανε είναι αυτό που μας ελκύει στα ποιήματά του και είναι και αυτό που μας κάνει να ζηλεύουμε και λίγο. Μας μεταφέρει στην Αλγερία όπου αγοράζουμε εμείς ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι και μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι ζούμε και εμείς λίγο επικίνδυνα. Ο Καββαδίας στα ποιήματά του αποτυπώνει τις σκέψεις του ωμές και χωρίς φίλτρα. Βρίζει, βλαστημάει αλλά κανείς δεν τον κατακρίνει. Γιατί είναι αληθινός  χωρίς να θέλει να γίνει κάποιος άλλος.

 

 

Νομίζω πὼςθὲνά ῾πρεπενὰ σταματήσω ἐδῶ.
Τρέμει τὸ χέρι μου, ὁ θερμὸςἀγέραςμὲ φλογίζει.
Κάτι ἄνθηἐξαίσιατροπικὰτοῦποταμοῦβρωμοῦν,
κι ἕναβλακῶδεςΜαραμποὺ παράμερα γρυλίζει.

Θὰ προχωρήσω!… Μία βραδιὰσὲ πόρτο ξενικὸ
εἶχα μεθύσει τρομερὰμὲοὐίσκυ, τζὶνκαὶ μπύρα,
καὶκατὰτὰ μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
τὸ δρόμο πρὸςτὰ βρωμερά, χαμένα σπίτια ἐπῆρα.

Αἰσχρὲςγυναῖκες τράβαγαν ἐκεῖ τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ ἅρπαξ᾿ ἀπότομα, γελώντας, τὸ καπέλο
(παλιὰ συνήθεια γαλλικὴτοῦ δρόμου τῶνπορνῶν)
κι ἐγὼτὴνἀκολούθησασχεδὸνχωρὶςνὰ θέλω.

 

Μαραμπού

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.